HEBREO= ΠΡΧ ΕΒΡΑΙΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hebreo, a 1. ε, εβραϊκός, -ή, -ό
2. α θ, Εβραίος, Εβραία
hebreo 1. α, ιδίωμα Εβραϊκά
2. εκφ, jurar en hebreo, οικ, μτφ, ορκίζω στα εβραϊκά= βρίζω θεούς και δαίμονες
hebraico, ca 1. ε, εβραϊκός, -ή, -ó
hebraísmo 1. α, εβραϊσμός
hebraísta 1. ε, α θ, εβραιολογικός, -ή, -ό, εβραιολόγος
hebraizante 1. ε, α θ, εβραίζων, -ουσα, -ον, που χρησιμοποιεί εβραϊσμούς, εβραϊστής
hebraizar 1. ρα, χρησιμοποιώ εβραϊκές λέξεις, εκφράσεις
2. ρμ, εβραιοποιώ, δίνω χαρακτήρα εβραικό σε κάτι, εβραίζω, Hebraizó su nombre,
εβραιοποίησε το όνομα του