HALCÓN

HALCÓN= ΠΡΧ ΑΛΚΟΝ> ΓΕΡΑΚΙ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

hoz 1. θ, πρχ οθ> θέ-ρος> θε-ριστήρι= δρεπάνι, δρέπανο, la hoz y el martillo,

το σφυρο-δρέπανο

2. εκφ, de hoz y de coz, λγτ, με δρεπάνι και κλωτσιά= χωρίς δεύτερη σκέψη,

meter la hoz en mies ajena, μτφ, βάζω το δρεπάνι σε στάχυ ξένο= μπαίνω σε ξένα χωράφια

hozada 1. θ, οθαδα> θε-ρισιά= δρεπανιά, χτύπημα με δρεπάνι

2. ποσότητα δρεπανιάς= δεμάτι

hocino 1. αγρ, δρεπάνι, κλαδευτήρι

halcón 1. α, ορν, αλκόν> ιαλκον> λ>ρ > ιερακον= γεράκι, γέρακας,

Estos halcones están entrenados para cazar liebres,

Αυτά τα γεράκια εκπαιδεύονται να κυνηγούν λαγούς

2. πολ, μτφ, σκληροπυρηνικός, ακραίος,

Los halcones en el Congreso apoyan la intervención militar,

Οι σκληροπυρηνικοί στο Κογκρέσο υποστηρίζουν τη στρατιωτική επέμβαση

3. σνθ, halcón campestre, εξημερωμένο γεράκι

halcón garcero, γεράκι ερωδιοθήρας

halcón gerifalte, ασπρογέρακας

halcón letrado, πετρογέρακο

halcón montano, άγριο γεράκι

halcón roqués, μαύρο γεράκι

halcón sacre, στεπο-γέρακο

halconado, da 1. ε, γερακίσιος, -α, -o, nariz halconada, μύτη γερακίσια

halconería 1. θ, ιερακοθηρία

halconero 1. α, γερακάρης, ιερακοτρόφος

2. γερακοτροφείο

3. σνθ, halconero mayor, αρχι-γερακάρης

falconete 1. α, οπλ, μτφ, τύπος κανονιού, ελαφρύ σαν γεράκι

falcónido 1. α, ζωλ, ιερακοειδές

desfalcar 1. ρμ, πρχ δια-φαλσαρ> δια-φαλτσετάρω ή δια φάγω χρήματα=

υπ-εξαιρώ χρήματα, desfalcaron 100.000 euros, υπεξαίρεσαν 100.000 ευρώ

desfalco 1. α, υπεξαίρεση

Scroll to Top