GUISAR

GUISAR= ΠΡΧ ΓΕΙΣΑΡ> ΝΑ (ΜΑ)-ΓΕΙ-(ΡΕ)-ΥΣΩ> ΜΑΓΕΙΡΕΥΩ, ΚΥΡ, ΜΤΦ,

ΡΙΖΑ ΓΕΙΣΟ> ΑΠΟ ΜΑΓΕΙΡΕΥΣΩ Ή ΓΕΥΣΗ> ΦΑΓΗΤΟ, ΠΡΧ ΓΙΣΟ> ΓΙΑ-ΧΝΙ, ΠΡΧ ΗΓΕΣΙΑ, ΑΓΩ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

guisar 1. ρμ, μαγειρεύω, Quiero guisar lentejas con chorizo hoy,

Θέλω να μαγειρέψω φακές με λουκάνικο σήμερα

2. μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά ή σε σάλτσα, σιγοβράζω,

La receta indicaba guisar las alcachofas con las patatas y las zanahorias,

Η συνταγή υπεδείκνυε να σιγοβράσεις τις αγκινάρες με τις πατάτες και τα καρότα

3. ρα, μαγειρεύω, mi mujer guisa muy bien, η γυναίκα μου μαγειρεύει πολύ καλά

4. ρμ, ραντ, μτφ, μαγειρεύω, σχεδιάζω, μαγειρεύεται κάτι, σχεδιάζεται κρυφά,

en la reunión guisaron el asalto a los órganos de dirección del partido,

στη συνάντηση σχεδίασαν την επίθεση στα διοικητικά όργανα του κόμματος

Noté un ambiente raro en la reunión y pregunté a Marta que se estaba guisando,

Παρατήρησα μια παράξενη ατμόσφαιρα στη συνάντηση και ρώτησα τη Μάρτα τι μαγειρευόταν

5. μτφ, τακτοποιώ, ρυθμίζω κάτι, guisó aquel asunto con mucho tacto,

τακτοποίησε εκείνο το ζήτημα με πολύ τακτ, διακριτικότητα

6. εκφ, él se lo guisa, él se lo come, οικ, αυτός το μαγειρεύει, αυτός το τρώει=

Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει

guiso 1. α, φαγητό κατσαρόλας, μαγειρευτό, στιφάδο, ραγκού, κοκκινιστό, γιαχνί,

un guiso de patatas, μια πατάτες γιαχνί,

El guiso de cordero quedó muy sabroso,

Το κοκκινιστό αρνί ή το ραγού αρνιού ήταν πολύ νόστιμο

La merluza en salsa verde es el guiso favorito de mi padre,

Ο μπακαλιάρος σε πράσινη σάλτσα είναι το αγαπημένο μαγειρευτό του πατέρα μου

2. πιάτο, el “marmitako " es un guiso típico de la cocina marinera vasca,

το «μαρμιτάκο» είναι ένα παραδοσιακό πιάτο της βασκικής θαλασσινής κουζίνας

guisote 1. α, οικ, υτμ, πρόχειρο φαγητό, χάλια μαγειρευτό, φαγητό με κακό μαγείρεμα,

El guisote que preparó el campamento no era comestible,

Το πρόχειρο φαγητό που ετοίμασε το κάμπινγκ δεν ήταν φαγώσιμο

guisado 1. α, πρχ γκι-σαδο> ρα-γκού= ραγκού, μαγειρευτό, στιφάδο,

El guiso de cordero quedó muy sabroso, Το ραγού αρνιού βγήκε πολύ νόστιμο,

El menú del día incluye un guisado tradicional,

Το μενού της ημέρας περιλαμβάνει ένα παραδοσιακό μαγειρευτό

2. οικ, μτφ, ζήτημα, υπόθεση άγνωστα για τους περισσότερους, μαγείρεμα, σχέδιο, κόλπο,

Mi tío está en todos los guisados importantes que se cuecen en Madrid,

Ο θείος μου είναι μέσα σε όλα τα σημαντικά σχέδια που ψήνονται στη Μαδρίτη,

le gusta meterse en los guisados de sus amigos,

Του αρέσει να μπλέκει στις υποθέσεις των φίλων του

guisado, da 1. ε, βραστός, -ή, -ό, verduras guisadas, βραστά λαχανικά

guisador, ra 1. ε, α θ, μαγειρικός, -ή, -ό, μάγειρας, μαγείρισσα

guisandero, ra 1. ε, α θ, μαγειρικός, -ή, -ό, μάγειρας, μαγείρισσα

guisa 1. θ, πρχ γκισα> ηγεσία ή γούστο> πως άγω, κινούμαι σε κάτι= τρόπος,

nos han enseñado a resolver los problemas en más de una guisa,

Μας έχουν μάθει να λύνουμε προβλήματα με περισσότερους από έναν τρόπο

2. εκφ, a guisa de, εν είδει, για, σαν, ως, Colocó una silla en la puerta a guisa de tope,

Τοποθέτησε μια καρέκλα στην πόρτα ως στοπ

El autor añadió una nota a guisa de introducción,

Ο συγγραφέας πρόσθεσε μια σημείωση εν είδει εισαγωγής,

a mi, tu, su guisa, με τον τρόπο μου, σου, του κ.λπ., όπως προτιμώ, -άς, -ά κ.λπ.

Yo prefiero organizar el evento a mi guisa, sin interferencias,

Προτιμώ να οργανώσω την εκδήλωση με τον τρόπο μου, όπως προτιμώ, χωρίς παρεμβολές,

La ventaja es que puedes trabajar a tu guisa y a tu ritmo,

Το πλεονέκτημα είναι ότι μπορείς να δουλεύεις όπως προτιμάς και στον ρυθμό σου,

de esta guisa, en tal guisa, με αυτόν τον τρόπο, τέτοιου είδους,

con declaraciones de esa guisa no se fomenta el diálogo,

με δηλώσεις τέτοιου είδους δεν διευκολύνεται ο διάλογος

obrar a su guisa, κάνω το κεφαλιού μου

desaguisado πρχ δε-σαγυσαδο> είναι α-συγύριστο κάτι, πρχ αντι-αγητό στο νόμο

1. α, οικ, μτφ, χάλι, χάος, ακαταστασία, ανακατωσούρα,

Quiero ir a la oficina a arreglar el desaguisado que habéis hecho,

Θέλω να πάω στο γραφείο να διορθώσω την ακαταστασία που έχετε κάνει

Heredaron un enorme desaguisado que arreglar,

Κληρονόμησαν ένα τεράστιο χάος για να το διορθώσουν

2. μτφ, τσαπατσουλιά, χάος, Esto no es un gazpacho. Esto es un desaguisado,

Αυτό δεν είναι γκασπάτσο. Είναι μια τσαπατσουλιά, ένα χάος

3. παρανομία, παρατυπία, αδίκημα, παράπτωμα, μαγείρεμα με πονηρή πρόθεση,

Deberían ir a la cárcel por todos los desaguisados que han hecho en la gestión de la empresa, Θα έπρεπε να πάνε φυλακή για όλα τις παρατυπίες, μαγειρέματα που έχουν κάνει στη διαχείριση της εταιρείας,

El juez debe investigar el desaguisado financiero,

Ο δικαστής πρέπει να ερευνήσει το οικονομικό αδίκημα ή παράπτωμα

4. εκφ, hacer un desaguisado, οικ, ¡vaya desaguisado que te han hecho en la peluquería!

τι χάλι σου έκαναν στο κομμωτήριο!

desaguisado, da 1. ε, παράνομος, -η, -ο, παράτυπος, -η, -ο, παράλογος, -η, -ο

Scroll to Top