GUINDA= ΠΡΧ ΓΚΙΝΔΑ> ΚΟΚ-ΚΙΝΑΔΑ> ΒΥΣΣΙΝΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
guinda 1. θ, βύσσινο
2. κεράσι, Amanda fue a la huerta a recoger guindas,
Η Αμάντα πήγε στο περιβόλι να μαζέψει κεράσια
3. οικ, μτφ, κερασάκι στην τούρτα, El espectáculo fue increíble. La guinda fue un dueto de lοs dos cantantes, Η παράσταση ήταν καταπληκτική. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν ένα ντουέτο μεταξύ των δύο τραγουδιστών
4. εκφ, como guinda, οικ, μτφ, και ως επιστέγασμα όλων αυτών
poner la guinda, οικ, μτφ, βάζω το κερασάκι στην τούρτα
guindo 1. α, βοτ, δέντρο βυσσινιά
2. σνθ, guindo garrafal, βοτ, πετρο-κέρασο
3. εκφ, caerse del guindo, οικ, μτφ, πέφτω από την βυσσινιά> απο τα σύννεφα
ή μτφ, παίρνω χαμπάρι κάτι
guindado, da 1. ε, βυσσινάτος, -η, -ο, από βύσσινο, licor guindado, λικέρ από βύσσινα
guindilla 1. θ, κοκ-κινούλα= κόκκινη πιπεριά
2. οικ, μτφ, μπάτσος, επειδή έχει την σημαία της Ισπανίας, με ρίγα κόκκινα χρώματα
guindillo, guindillo de Indias 1. α, βοτ, πιπέρι Ινδιών