GRIMA= ΠΡΧ ΚΡΙΜΑ ΨΥΧΙΚΟ Ή ΣΑΝ ΤΡΙΜΜΑ> ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΡΙΞΙΜΟ
grima 1. θ, πρχ σαν τρίμμα αισθήσεων= ανα-τρίχιασμα απο ήχο επαφής πραγμάτων,
el ruido de la tiza en la pizarra me da grima,
ο ήχος της κιμωλίας στον πίνακα μου δίνει> προκαλεί ανατριχίλα, ανα-τρίχιασμα
2. πρχ κρίμα ψυχικό, λύπη, στεναχώρια για κάτι,
da grima verle con ese aspecto, προκαλεί κρίμα, λύπη να τον βλέπω με αυτήν την εμφάνιση
3. εκφ, dar grima, μου δίνει> προκαλεί κρίμα, λύπη ή ανατριχίλα,
ή μου δίνει στα νεύρα, με βγάζει (έξω) από τα ρούχα μου
grimoso, -a 1. ε, που προκαλεί κρίμα, λυπητερός, -ή, -ό
2. που προκαλεί τρίμμα αισθητικό= ανατριχιαστικός, -ή, -ό, ruido grimoso,
ήχος ανατριχιαστικός
pogrom, pogromo 1. α, πογκρόμ