GRIEGO= ΠΡΧ ΓΡΑΙΚΟΣ, ΕΛΛΗΝΑΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
griego πρχ γραικός> Έλληνας
1. α, ιδίωμα Ελληνικά
2. οικ, μτφ, πρωκτικό σεξ
3. σνθ, griego antiguo, αρχαία Ελληνικά
griego demótico, δημοτική γλώσσα
4. εκφ, hablar en griego, οικ, μτφ, μιλάω Κινέζικα
debe ser griego, οικ, μτφ, ακούγεται κινέζικα
griego, ga 1. ε, ελληνικός, -ή, -ó
2. α θ, Έλληνας, Ελληνίδα
Grecia 1. ονο, Ελλάδα
2. σνθ, Magna Grecia, ιστ, Μεγάλη Ελλάδα
Greco 1. ονο, el Greco, ελ Γκρέκο
grecochipriota 1. ε, ελληνοκυπριακός, -ή, -ó
2. α θ, Ελληνοκύπριος, Ελληνοκύπρια
grecolatino, na 1. ε, ελληνο-λατινικός, -ή, -ó
grecorromano, na 1. ε, ελληνορωμαϊκός, -ή, -ó
greca 1. θ, ατκ, γκρέκα
gringo 1. α, εκφ, hablar en gringo, μιλάω κινέζικα, μιλάω ακαταλαβίστικα
gringo, ga 1. ε, οικ, μτφ, πρχ γιάνκικο= αμερικάνικος, -η, -o
2. α θ, Αμερικάνος, Αμερικάνα, Γιάνκης
gregoriano, na 1. ε, γρηγοριανός, -ή, -ó
greguería 1. θ, οχλαγωγία, οχλοβοή, πρχ σαν ομιλία πολλών γραικών
2. είδος χιουμοριστικών σχολίων που πρώτος έγραψε ο Ραμόν Γκόμεθ ντε λα Σέρνα
gregüescos 1. α πλ, είδος φαρδιάς βράκας, σαν ρούχο γραικού
gresca 1. θ, οικ, μτφ, σαν ομιλία πολλών γραικών ή αγροικιά= αναταραχή, φασαρία ηχητική,
χαμός, ¡menuda gresca montamos ayer en tu casa! Τι φασαρία κάναμε χθες στο σπίτι σου!
2. μτφ, συμπλοκή, καυγάς, τσακωμός, Julia tuvo una gresca con el vecino porque sus perros ladran mucho por la noche, Η Τζούλια είχε ένα τσακωμό με το γείτονα επειδή τα σκυλιά του γαβγίζουν πολύ τη νύχτα
3. εκφ, andar a la gresca (con alguien), πάω γυρεύοντας για καυγά (με κάποιον)
armar, montar gresca, αρμάρω, μοντάρω= κάνω φασαρία
engrescar 1. ρμ, πρχ αγροικάρω ή τον ετοιμάζω για gresca= κουρδίζω κάποιον ενάντια σε, βάζω ιδέες σε κάποιον ενάντια σε, El borracho intentó engrescarme,
ο μεθυσμένος προσπάθησε να με κουρδίσει
2. ραντ, μαλώνω με κάποιον, εμπλέκομαι σε καβγά
grisú 1. α, πρχ γκρισου> εκρήξου= εκρηκτικό αέριο σε ορυχείο, explosión de grisú,
έκρηξη αερίου σε ορυχείο
grisúmetro 1. α, μετρητής εκρηκτικού αερίου