GRANO

GRANO= ΠΡΧ ΓΡΕΝΑΔΙΝΗ, ΓΚΡΕΝΑ ΧΡΩΜΑ ΚΑΙ ΜΤΦ ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΩΜΑ> ΚΟΚΚΟΣ, ΠΡΧ ΓΡΑΝΙΤΗΣ> ΜΕ ΟΨΗ ΠΟΛΛΩΝ ΚΟΚΚΩΝ, ΣΠΥΡΙΩΝ, ΠΡΧ ΤΣΟΥ-ΓΚΡΑΝΑ, ΓΡΟ-ΜΠΟΣ,

ΠΡΧ ΚΡΑΝΟΣ> ΣΑΝ ΣΠΟΡΟΣ, ΓΕΝΙΚΑ ΕΝΝΟΙΑ ΣΠΟΡΟΥ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

granada πρχ γρεναδίνη= σιρόπι κόκκινο, πρχ γ-ρόδιον= ρόδι

1. θ, ρόδι

2. μτφ, χειροβομβίδα, σαν ρόδι

3. βλήμα όπλου

4. σνθ, granada de mano, χειρο-βομβίδα

granada de metralla, βολιδοφόρος οβίδα

granada de mortero, βλήμα όλμου

granada de profundidad, βόμβα βυθού

granado 1. α, βοτ, ροδιά η κοινή

granadera 1. θ, δερμάτινη θήκη όπου τοποθετούνται οι χειροβομβίδες

granadero 1. α, στρ, γρεναδιέρος

granadilla 1. θ, βοτ, φυτό παθανθές, πασσιφλόρα

2. φρούτο του πάθους

granadillo 1. α, βοτ, παθανθές, πασσιφλόρα

granadina 1. θ, ποτό, αναψυκτικό γρεναδίνα

2. ανδαλουσιανό τραγούδι της Γρανάδας

3. ύφασμα κρεναδίνα

Granada 1. ονο, Γρανάδα

granadino, na 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με Γρανάδα, γηγενής, κάτοικος της Γρανάδα

grano πρχ πρχ κράνος> σαν σπόρος, πρχ τσου-γκράνα> εργαλείο για μάζεμα σπόρων,

πρχ δι-κράνι για λίχνισμα, μάζεμα σταχυών, σπόρων> έννοια του σπόρου

1. α, κόκκος, σπόρος, Esta receta incluye granos de café,

Αυτή η συνταγή περιλαμβάνει κόκκους καφέ

2. σπυρί στο δέρμα, Tiene la cara llena de granos, Το πρόσωπό του είναι γεμάτο σπυράκια

3. κόκκος σαν μικρό κομμάτι από κάτι, grano de pimienta, κόκκος από πιπέρι

4. κόκκος από πέτρα, grano de piedra

5. κόκκος σε επιφάνεια δέρματος, μετάλλου

6. φωτ, κόκκος

7. εκφ, apartar, separar el grano de la paja, χωρίζω την ήρα από το στάρι

aportar, poner alguien su grano de arena, βάζω ένα κόκκο άμμου> λιθαράκι

con su grano de sal, με σύνεση

echar alguien su grano de sal, φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν

ir al grano, μπαίνω στο θέμα, στο ψητό της υπόθεσης

no ser grano de anís, δεν είναι κάτι ασήμαντο

un grano no hace granero pero ayuda al compañero,φασούλι-φασούλι γεμίζει το σακούλι

granero 1. α, πρχ κραν-άριο> μέρος με σπόρους= αποθήκη, αχυρώνας, σιταποθήκη

2. μτφ, σαν περιοχή= σιτοβολώνας, Hispania fue el granero de Roma,

η Ισπανία υπήρξε ο σιτοβολώνας της Ρώμης

granillo 1. α, σπυράκι, tiene unos granillos en la muñeca que se le ha irritado con el sudor,

Έχει μερικά σπυράκια στον καρπό του επειδή έχει ερεθιστεί από τον ιδρώτα

2. μτφ, όφελος από κάτι, σαν σπόρος

3. κτν, κοκκίωμα

granívoro, a 1. ε κοκκο-βόρος= κοκκο-φάγος, -ος, -ο, σπορο-φάγος, -ος, -ο

granoso, sa 1. ε, κοκκ-ώδης, -ης, -ες, La cáscara de naranja es granosa,

Η φλούδα του πορτοκαλιού είναι κοκκώδης

granar 1. ρα, για φυτό, βγάζω σπόρους, σποριάζω, ξε-σταχυάζω,

El trigo tarda aproximadamente seis meses en granar,

Το σιτάρι χρειάζεται περίπου έξι μήνες για να ξεσταχυάσει

2. μτφ, για άτομο, ωριμάζω

granado, da 1. ε, για φυτό, μεστωμένος, -η, -o

2. μτφ, εκλεκτός, -ή, -ó, σαν σπόρος, al acto acudió lo más granado de la intelectualidad,

στο γεγονός πήγε το πιο εκλεκτό, η αφρόκρεμα του διαλεκτικού κόσμου

3. μτφ, για άτομο, ώριμος, -η, -o, aunque aún es joven, ya está muy granado,

αν και είναι νεαρός, ήδη είναι ώριμος

4. εκφ, lo más granado de, το πιο σποριασμένο= η αφρόκρεμα

granazón 1. θ σπορο-γονία, κάρπωση, σταχύωση

2. μτφ, για άτομο, ωρίμασμα

blaugrana 1. ε, α θ, πρχ μπλε-γκρενά, για χρώματα ομάδας Μπαρτσελόνα,

σχετικός, -ή, -ό, με την ομάδα και οπαδός

grana 1. θ, γκρενά χρώμα

2. σπόρος

3. αγρ, σπορο-γονία

4. εντ, κόκκος ο κακτόφυλλος

5. κρεμέζι

6. ε, γκρενά, -ό

7. σνθ, grana del paraíso, βοτ, κάρδαμο, καρδάμωμο

8. εκφ, dar en grana, για φυτό, δίνω σε σπόρο= δίνω σπόρους, σποριάζω, ξεσταχυάζω

enrojecer como la grana, πρχ ερυθριάζω= γίνομαι κόκκινος σαν γκρενά= παντζάρι

granear 1. ρμ, σπέρνω σπόρο, κόκκο

graneado, da 1. ε, μτφ, πιτσιλωτός, -ή, -ó, σαν σπόρους τα χρώματα

granel, a granel 1. εκφ, σε κόκκους, σπόρους= χωρίς συσκευασία, χύμα

2. οικ, μτφ, σε αφθονία, σαν χύμα σπόρους

granelero 1. α, ναυ, πρχ, κοκκο-πλοιάριο= πλοίο μεταφοράς φορτίου σιτηρών

granja πρχ γκρανχα > αγροικίαν

1. θ, αγροικία

2. φάρμα

3. μτφ, αρχ καφενείο

4. σνθ, granja agropecuaria, γεωργική, αγροτική εκμετάλλευση

granja avícola, πτηνοτροφική εκμετάλλευση

granja colectiva, συνεταιριστική αγροικία, φάρμα

granja de vacas, φάρμα αγελάδων

granja modelo, πρότυπο αγρόκτημα

granjear 1. ρμ, ραντ, μτφ, πρχ τσου-γκρανιάζω= μαζεύω, κερδίζω την εκτίμηση, σεβασμό, θαυμασμό, φιλία, υποτίμηση, σαν να μαζεύω με τσουγκράνα,

se granjeó el respeto de sus colaboradores, κέρδισα τον σεβασμό των συνεργατών του

2. ναυ, κερδίζω, παίρνω στον αέρα

3. ραντ, προκαλώ την υποτίμηση, μη εμπιστοσύνη, granjearse el desprecio general, προκάλεσε την περιφρόνηση των πάντων

granjero, ra 1. α θ, πρχ αγροικ-άρης= ιδιοκτήτης αγροικίας, φάρμας, κτηνοτρόφος

desgranar 1. ρμ, αγρ, πρχ ξε-σποριάζω, για καρπό, όσπριο, για καλαμπόκι, στάχυ

για σταφύλλι, ραγο-λογώ, ξε-ρογιάζω

ξε-φλουδίζω όσπρια, ξε-κουκιάζω

Mariana se puso a desgranar los guisantes, Η Μαριάνα άρχισε να ξεφλουδίζει τα μπιζέλια

Los agricultores actualmente utilizan máquinas para desgranar el trigo,

Οι αγρότες χρησιμοποιούν σήμερα μηχανήματα για να ξεφλουδίζουν το σιτάρι

2. μτφ, μετρώ ένα-ένα κόμπο σε ροζάριο, κομπο-σχοίνι

3. μτφ, πετάω, ξεστομίζω προσβολές, φράσεις

4. μτφ, εξηγώ, El profesor desgranó la compleja teoría para que los alumnos la entendieran,

Ο δάσκαλος εξήγησε τη σύνθετη θεωρία ώστε οι μαθητές να την κατανοήσουν

desgranadora 1. θ, αγρ, τχν, αλωνιστική, εκ-κοκκιστική μηχανή

desgrane 1. α αγρ, πράξη και αποτέλεσμα του desgranar, ξε-κόκκισμα, εκ-κοκκισμός

engranaje πρχ εν-γρανάζωμα

1. α, τχν, γρανάζια, σύστημα οδοντωτών τροχών,

El saboteador metió una vara de metal en el engranaje de la máquina,

Ο σαμποτέρ εισήγαγε μια μεταλλική ράβδο στο γρανάζι του μηχανήματος,

El relojero arregló el engranaje del reloj de pulsera,

Ο ωρολογοποιός επισκεύασε το γρανάζι του ρολογιού χειρός

2. πράξη και αποτέλεσμα του engranar

3. μτφ, γρανάζια σε σύστημα, γραφειοκρατία, μηχανισμός,

El engranaje diplomático logró la recuperación del territorio perdido durante la guerra,

Ο διπλωματικός μηχανισμός πέτυχε την ανάκτηση των εδαφών που χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου

4. μτφ, αλληλουχία, σειρά σε γεγονότα, ιδέες, ομιλία,

el engranaje de aquel discurso era muy pobre,

Η αλληλουχία ιδεών αυτού του λόγου ήταν πολύ κακή

5. σνθ, engranaje cónico, helicoidal, κωνικό γρανάζι, ελικοειδές γρανάζι

engranaje de linterna, de tornillo, σύστημα οδοντωτού τροχού φανού

engranaje de transmisión, de arrastre, σύστημα οδοντοτροχών μετάδοσης της κίνησης

engranar 1. ρα, τχν, πρχ εν-γραναζώνω= γραναζώνω, βάζω σε, συνδέομαι με γρανάζια,

No puedo engranar la cadena en los dientes para habilitar los cambios,

Δεν μπορώ να γραναζώσω την αλυσίδα στα δόντια για να κάνω την αλλαγή ταχυτήτων

2. μτφ, συ-σχετίζω, συνδυάζω ιδέες, γεγονότα, engranar las causas con los efectos,

συνδυάζω τις αιτίες με τα αποτελέσματα

engranador 1. α, τχν, κιβώτιο, ταχυτήτων

desengranar 1. ρμ, τχν, ξε-γραναζώνω = βγάζω έξω από το γρανάζι

agranujado, da πρχ με γρέζια= σπόρους

1. ε, για επιφάνεια, υφή, τραχύς, -εία, -ύ, ανώμαλος, -η, -ο

2. για δέρμα, πρόσωπο, με σπυριά, σπυριάρικος, -η, -ο

3. μτφ, για άτομο, κάθαρμα, με ψυχή με γρέζια

granujiento, ta 1. ε, σπυριάρης, -α, -ικο, μπιμπικιάρης, -α, -ικο

granuja πρχ με γρέζια στην ψυχή

1. θ, απατεώνας, -ισσα, παλιάνθρωπος

2. για παιδί σκανταλιάρικο, κατεργάρης, -α

3. ρώγες σταφυλιού

granujada 1. θ, απατεωνιά, σκανταλιά

granujilla 1. α θ, οικ, μτφ, κατεργάρης, -α, κατεργαράκος

agranujarse 1. ραντ, μτφ, μπλέκω με τον υπόκοσμο, με γρανάζια άσχημα

granulo 1. α, πρχ κοκκ-ούλι= κοκκίο

granuloma 1. α, ιατ, κοκκ-ίωμα

granular 1. ρμ, κοκκο-ποιώ

2. ραντ, γεμίζω σπυριά για δέρμα

3. κοκκο-ποιούμαι, γρομπ-ιάζω για μάζα

granuloso, sa 1. ε, κοκκ-ιώδης, -ης, -ες

agranulocito 1. α, βιο, ακοκκιοκύτταρο

agranulocitosis 1. θ, ακοκκιοκυττάρωση

granulado, da 1. ε, κοκκοποιημένος, -η, -ο

granulado 1. α, φρμ, κοκκίο, κόκκος μίγματος

granular 1. ε, κοκκο-ποιημένος, -η, -ο

granulia 1. θ, ιατ, πνευμονική φυματίωση

granulita 1. θ, ορυ, γρανουλίτης

granate 1. α, γκρενά χρώμα, γρανάτης

2. ε, γκρενά

3. σνθ, granate almandino, γρανάτης αλμανδίνης

granito 1. α, μικρός κόκκος για άμμο, ρύζι, granito de arena, arroz,

2. σπυρί σε δέρμα

3. γωλ, γρανίτης

4. εκφ, aportar, poner alguien su granito de arena, βάζω το λιθαράκι μου

con su granito de sal, με σύνεση

echar alguien su granito de sal, φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν

granítico, ca 1. ε, σαν γρανίτης σκληρός= ισχυρός, -ή, -ό, πολύ σκληρός, -ή, -ό,

συμπαγής, -ής, -ές, el equipo tiene un granítico bloque defensivo

2. γωλ, γρανιτικός, -ή, -ό

granitoideo, a 1. ε, γωλ, γρανιτοειδής, -ής, -ές

granizo 1. α, χαλάζι, χαλαζό-πτωση, σαν πτώση κόκκων

2. χαλαζό-κοκκος

granizar 1. ραπ, ρίχνει, πέφτει χαλάζι

paragranizo 1. α, αντι-χαλαζικό κάλυμμα

granizada 1. θ, χαλαζό-πτωση, la granizada destruyó varias ventanas,

το χαλάζι κατέστρεψε πολλά παράθυρα

2. εκφ, μτφ, πλήθος από κάτι σαν χαλάζι, una granizada de,

μια βροχή, αφθονία, καταιγισμός από, le cayó una granizada de reproches,

του έπεσε μια βροχή από αποδοκιμασίες

granizado 1. ε, γρανάτος, -η, -ο, helado granizado, παγωτό γρανίτα

2. α, γρανίτα

3. σνθ, granizado de café, limón, γρανίτα από καφέ, λεμόνι

granalla πρχ γ-ρινισμα

1. θ, χαλυβδο-ρινίσματα για μέταλλο, κάρβουνο, granalla de metal, carbón,

ρινίσματα, απομέταλλα

grog 1. α, γκρογκ

grogui 1. αθλ, στο μποξ, πρχ γροθι-σμένος= ζαλισμένος, -η, -ο από τις γροθιές, ετοιμόρροπος, -η, -ο

2. ε, οικ, μτφ, μισο-κοιμισμένος, -η, -o, σαν να έφαγε γροθιά,

está medio grogui en el sofá, είναι μισοκοιμισμένος στον καναπέ

3. εκφ, quedarse grogui, οικ, απο-κοιμιέμαι, παίρνω έναν υπνάκο

Scroll to Top