GRABADO= ΠΡΧ ΓΚΡΑΒΟΥΡΑ, ΠΡΧ ΓΚΡΑΜΠΑΡ> ΓΡΑΦΩ, ΧΑΡΑΣΣΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
grabado πρχ γκραβούρα
1. α, τέχνη και έργο γκραβούρας, χάραξη, χαρακτικό, χαρακτική,
El grabado sobre la madera se está borrando, Η χάραξη στο ξύλο ξεθωριάζει
Uso los cinceles para grabados y carpintería,
Χρησιμοποιώ σμίλες για χαρακτική και ξυλουργική
2. πλφ, εγγεγραμμένο πρόγραμμα
3. σνθ, grabado al agua fuerte, οξυ-γραφία
grabado en dulce, χαλκο-γραφία
grabado en hueco, βαθυ-τυπία
grabado punteado, στιγμο-γραφία, πουαντιγιέ
grabar 1. ρμ, κάνω γκραβούρα, χαράσσω σε μέταλλο, ξύλο,
grabó su nombre en el tronco de un árbol, γκράβαρε το όνομα του στον κορμό του δέντρου
2. εγγράφω εικόνα, ήχο, ηχογραφώ, grabar en vídeo, γράφω σε βίντεο,
La cantante grabó su primer álbum, Η τραγουδίστρια ηχογράφησε το πρώτο της άλμπουμ
3. πλφ, εγγράφω, κατοχυρώνω, γράφω, αποθηκεύω, σώζω αρχείο, δεδομένα
Recomiendo que grabes el documento, Συνιστώ να αποθηκεύσεις το έγγραφο
4. ραντ, μτφ, γράφω στην μνήμη, καταγράφω, χαράσσω, εντυπώνω στον νου κάτι,
sus palabras se me grabaron en la mente, τα λόγια του χαράχτηκαν στον νου μου
grabación 1. θ, ηχογράφηση, καταγραφή εικόνας, εγγραφή,
grabación de datos, εγγραφή δεδομένων
grabación digital, ψηφιακή εγγραφή
grabación en cinta, εγγραφή σε μαγνητοταινία
grabación en vídeo, εγγραφή σε βίντεο
2. πλφ, εγγραφή, κατοχύρωση, κειμένου, αρχείου, δεδομένου,
grabación de documento, archivo, dato
ή εγγραφή σι-ντι, δίσκου, de CD, CD-ROM
grabador, ra 1. ε, που κάνει γκραβούρα, χαρακτικός, -ή, -ό, instrumento grabador,
χαρακτικό εργαλείο
2. που καταγράφει, ηχογραφικός, -ή, -ó, καταγραφικός, -ή, -ó,
cámara grabadora, καταγραφική κάμερα, βιντεοκάμερα
3. πλφ, καταγραφικός, -ή, -ó, programa grabador, πρόγραμμα καταγραφικό, εγγραφής
4. α θ, χαράκτης, -ια γκραβούρας
grabadora 1. θ, μαγνητόφωνο
2. πλφ, αντιγραφικό
videograbar 1. ρμ, βιντεο-εγγράφω
greba 1. θ, πρχ που γραπώνει πόδι= περι-κνήμιο πανοπλίας, greba de armadura