GOMA

GOMA= ΠΡΧ ΚΟΜΜΙ> ΚΟΛΛΩΔΕΣ ΟΥΣΙΑ, ΠΡΧ ΓΟΜΑ> ΛΑΣΤΙΧΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

goma 1. θ, ουσία, κολλητικό κόμμι

2. λάστιχο, καουτσούκ, Mis zapatillas tienen la suela de goma,

Τα αθλητικά μου παπούτσια έχουν σόλα από λάστιχο

3. λαστιχάκι μαλλιών ή για κράτημα, Siempre llevo una goma en la muñeca,

Φοράω πάντα ένα λαστιχάκι στον καρπό μου

4. οικ, μτφ, προφυλακτικό> καπότα

5. ιατ, κομμίωμα

6. γόμα σβησίματος, ¿Tiene una goma para borrar la tinta del boli?

Έχετε γόμα για να σβήσω το μελάνι από το στυλό;

7. κόλλα, Pásame la goma para que pegue las fotos en la cartulina

Δώσε μου την κόλλα για να κολλήσω τις φωτογραφίες στο χαρτόνι

8. τσίχλα, No está permitido mascar goma en clase,

Απαγορεύεται το μάσημα τσίχλας στην τάξη

9. ελαστικό ρόδας, Voy a comprar gomas de segunda mano para el coche

Θα αγοράσω μεταχειρισμένα ελαστικά για το αυτοκίνητο

10. σνθ, goma 2, χημ, πλαστικό (εκρηκτικό)

goma arábiga, αραβικό κόμμι, κόμμι ακακίας

goma de borrar, γομο-λάστιχα σβησίματος

goma de mascar, κομμι μασήματος= τσίχλα

goma de pegar, κόλλα

goma elástica, ελαστικό κόμμι

goma espuma, αφρώδες ελαστικό

goma laca, γομμα-λάκκα

7. εκφ, ser de goma, οικ, μτφ, για άτομο, είναι από λάστιχο

gomaespuma 1. θ, γομο-αφρό= αφρώδες ελαστικό, Colchón de gomaespuma,

στρώμα από αφρώδες ελαστικό

gomero, ra 1. ε, κομμιώδης, -ης, -ες

gomífero, ra 1. ε, κομμιοφόρος, -ος, -o

gomina 1. θ, ζελέ μαλλιών

engominar 1. ρμ, βάζω ζελέ στα μαλλιά

2. ραντ, βάζω ζελέ στα μαλλιά μου

gominola 1. θ, μαλακή καραμέλα, ζελεδάκι

gomorresina 1. θ, φυσσική ρητίνη, γόμα-ρητίνη

gomosidad 1. θ, ιξώδες

gomoso, sa 1. ε, σαν γόμα, λαστιχένιος, -α, -o, ελαστικός, -ή, -ó

2. ιατ, πάσχων, -ουσα, -ον από κομμίωμα

gomoso 1. α, οικ, υτμ, λιμοκοντόρος, σαν γόμα σε ανάστημα

desengomar 1. ρμ, αφαιρώ το κόμμι, την κόλλα από ύφασμα

desengomado 1. α, τχν, αποκομμίωση, αποκολλάρισμα

desengomadura θ, τχν, αποκολλάρισμα

desgomar 1. ρμ, αποκομμιώνω

desgomado 1. α, αποκομμίωση υφάσματος

engomar 1. ρμ, κολλώ, κολλαρίζω

engomado 1. α, επάλειψη με κόλλα

2. κολλαριστό χαρτί

engomado, da 1. ε, για χαρτί, ύφασμα, κολλαριστός, -ή, -ó

Scroll to Top