GIRAR= ΠΡΧ ΓΥΡΙΖΩ, ΠΡΧ ΓΥΡΟΣ, ΤΖΙΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
giro πρχ γύρος και τις ιδιότητες του
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του girar
2. περιστροφή, cada giro de la Tierra sobre sí misma dura un día,
κάθε περιστροφή της Γής στον εαυτό της διαρκεί μια ημέρα
3. στροφή, αλλαγή πορείας, κατεύθυνσης για όχημα,
hizo un giro a la izquierda, έκανε μια στροφή προς τα αριστερά
4. μτφ, μεταστροφή, αλλαγή πορείας για υπόθεση, διαπραγμάτευση, τροπή,
el asunto dio un giro inesperado, η υπόθεση πήρε μια τροπή ανέλπιστη
la charla tomó un giro muy extraño, η κουβέντα πήρε μια πορεία πολύ περίεργη
5. για φράση, στροφή νοήματος προς κάτι, τρόπος (έκφρασης), τροπισμός,
ese es un giro madrileño, αυτό είναι ενας τρόπος μαδριλένικος
siempre emplea los mismos giros cuando habla,
πάντα χρησιμοποιεί τους ίδιους τροπισμούς όταν μιλά
6. εξέλιξη, τροπή σε σενάριο, ταινία
7. χρήμα που στέλνεται προς κάποιον σκοπό, σαν γύρος προς κάτι, εντολή, επιταγή, έμβασμα, ανάληψη, τραπεζικό, mandé un giro a la editorial,
έστειλα ενα έμβασμα στην εκδοτική
8. εμπ, τζίρος, γύρος χρημάτων, los giros de la empresa han aumentado su capital,
οι τζίροι της εταιρίας έχουν αυξήσει το κεφάλαιο της
9. φσκ, περιστροφή
10. σνθ, giro negociable, εμπ, διαπραγματεύσιμο αξιόγραφο
giro postal, ταχυδρομική εντολή, επιταγή
giro telegráfico, τηλεγραφική επιταγή
giro bancario, τραπεζική επιταγή
el Giro de Italia, o ποδηλατικός Γύρος της Ιταλίας
10. εκφ, dar un giro, κάνω στροφή για όχημα
ή μτφ, παίρνω άλλη τροπή για υπόθεση
hacer un giro, στρίβω
poner un giro, παίρνω στροφή
girocompás 1. α, αεν, ναυ, γυροσκοπική πυξίδα
giróla 1. θ, ατκ, διάδρομος γύρω από το χοροστάσιο εκκλησίας
giropiloto 1. α, αεν, γυροσκοπικό σύστημα αυτόματης πλοήγησης αεροσκάφους.
giroscópico, ca 1. ε, γυροσκοπικός, -ή, -ό
giroscopio 1. α, φσκ, γυροσκόπιο
giróscopo 1. α, φσκ, γυροσκόπιο
giróstato 1. α, φσκ, γυροστάτης
giravión 1. α, γυροπλάνο, στροφόπτερο
girino 1. α, εντ, είδος κολεόπτερου
2. γυρίνος
gira 1. θ, γύρα, περιοδεία, τουρνέ, για πολιτικό, καλλιτέχνη, θίασο,
2. γύρος, εκδρομή για τουρίστα
3. σνθ, gira campestre, γλέντι στην εξοχή
gira de promoción, περιοδεία προώθησης
gira turística, περιήγηση, εκδρομή
giradiscos 1. α, πρχ γυρό-δισκος= περι-στρεφόμενη βάση πικάπ
2. πικάπ
girado 1. α, εμπ, πληρωτής, αποδέκτης, επειδή γυρίζουν τα λεφτά σε αυτόν
girador, ra 1. α θ, εμπ, εκδότης, -ια συναλλαγματικής ή επιταγής
Giralda 1. ονο, εκφ, la Giralda [de Sevilla], η Χιράλντα
giralda 1. θ, πρχ γυρο-λάτης= ανεμοδούρα, ανεμοδείκτης
giraldilla 1. θ, ανεμοδούρα, ανεμοδείκτης
2. μτφ, παραδοσιακός χορός της Αστούριας
3. ταυ, φιγούρα με την κάπα και το σπαθί
girándula 1. θ, περιστρεφόμενο πυροτέχνημα
2. περιστρεφόμενος πίδακας νερού
3. πολυέλαιος επιτραπέζιος με κρύσταλλα
girar πρχ γυρίζω
1. ρα, γυρίζω γύρω απο εμένα, περιστρέφομαι, γυρίζω, la Tierra gira alrededor del Sol,
η Γη γυρίζει γύρω από τον Ήλιο
2. στρίβω, el camino gira a la izquierda, o δρόμος στρίβει δεξιά
3. μτφ, γυρίζω γύρω απο ενα θέμα, συζήτηση, περιστρέφομαι, εστιάζομαι,
la conferencia giró en torno al modernismo,
το σεμινάριο περιστράφηκε γύρω από τον μοντερνισμό,
el programa gira alrededor de las drogas, το πρόγραμμα εστιάζεται στα ναρκωτικά
4. για αριθμό, πλησιάζω, ανέρχομαι, γυρίζω> γύρω απο,
el número de victimas gira alrededor de 10,
o αριθμός των θυμάτων ανέρχεται σε 10 περίπου
5. αυτ, στρίβω
6. ρμ, γυρίζω κάτι, gire la llave, γυρίστε το κλειδί
gira la cabeza, γύρισε το κεφάλι
7. μτφ, για χρήμα, γυρίζω προς μια κατεύθυνση= στέλνω, κάνω ανάληψη, τραβώ, εμβάζω,
le giraron la cantidad necesaria, του έστειλαν το αναγκαίο ποσό, έμβασμα
8. εμπ, εκδίδω γραμμάτιο
9. ραντ, γυρίζω εμένα, στρέφομαι προς, ahora no te gires, pero te está mirando,
μη γυρίσεις τώρα, αλλα σε κοιτάζει
girasol 1. α, βοτ, πρχ γυρ-ήλιο= ηλίανθος, ηλιοτρόπιο
2. μτφ, αυλοκόλακας, επειδή γυροβολούσε κάποιον λέγοντας λόγια
3. ορυ, οπάλι
girante 1. ε, πρχ γυρίζων= περιστρεφόμενος, -η, -ο
giratorio, ria πρχ γυριστό
1. ε, περιστρεφόμενος, -η, -o για καρέκλα, πόρτα, πλαταφόρμα, puerta giratoria
2. περιστροφικός, -ή, -ó για γερανό, άξονα
3. κυκλικός, -ή, -ó για κίνηση, σύστημα
sobregiro 1. α, πρχ υπερ-γύρος χρημάτων= υπερανάληψη
sobregirar 1. ρμ, οκν, κάνω υπέρβαση λογαριασμού
guiri πρχ γυρί-στρα> άτομο που γυρίζει
1. α θ, μτφ, οικ, υτμ, ξένος, -η, τουρίστας, -ια, La costa está llena de guiris,
Η παραλία είναι γεμάτη απο τουρίστες
2. οικ, υτμ, μτφ μπάτσος, -ίνα, επειδή γυρίζουν> περιπολούν