GIMNASIO= ΠΡΧ ΡΙΖΑ ΓΥΜΝ-> ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ, ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ, ΓΥΜΝΩΤΟ,
ΠΡΧ DES-NUDO> ΑΝΕΥ-ΕΝ-ΔΥΜΑ > ΧΩΡΙΣ ΕΝΔΥΜΑ> ΓΥΜΝΟΣ,
ΠΡΧ NUDO> ΑΝΕΥ-ΕΝ-ΔΥΜΑ> ΓΥΜΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gimnasia 1. θ, γυμναστική
2. εκφ, confundir la gimnasia con la magnesia, οικ, τα ’χω χαμένα εντελώς
gimnasiarca 1. α, γυμνασιάρχης
gimnasio 1. α, γυμναστήριο
gimnasta 1. α θ, αθλητής, αθλήτρια ενόργανης, ρυθμικής γυμναστικής
gimnástico, ca 1. ε, γυμναστικός, -ή, -ó, ejercicio gimnástico, άσκηση γυμναστικής
paso gimnástico, τροχάδην
gímnico, ca 1. ε, γυμνικός, -ή, -ó
gimnosofista 1. α, γυμνοσοφιστής
gimnosperma 1. θ, βοτ, γυμνόσπερμα
gimnoto 1. α, ζωλ, γυμνωτός, ηλεκτροφόρο χέλι
nudismo πρχ άνευ- εν-δυμασίας> αν-ενδυματ-ισμός= γυμνισμός
1. α, γυμνισμός, el nudismo está prohibido en los países islámicos,
Ο γυμνισμός απαγορεύεται στις ισλαμικές χώρες
nudista 1. ε, α θ, γυμνιστικός, -ή, -ό, γυμνιστής, γυμνίστρια
desnudar πρχ αντ-εν-δυω> απ-ενδύω, ξε-ντύνω
1. ρμ, γδύνω, ξεντύνω, La pediatra desnudó a la niña para realizarle un chequeo,
H παιδίατρος έγδυσε το κορίτσι για να κάνει έναν έλεγχο
desnudó al niño para bañarlo, ξέντυσε το μωρό για να το μπανιάρει
2. μτφ, ξεγυμνώνω, αφαιρώ, el viento desnuda los árboles de sus hojas,
o άνεμος ξεγυμνώνει τα δέντρα από τα φύλλα τους,
Había desnudado a los consumidores de muchos de sus derechos,
Είχε αφαιρέσει στους καταναλωτές πολλά από τα δικαιώματά τους
Desnudó las paredes del salón de todos los adornos que tenían,
Ξεγύμνωσε τους τοίχους του σαλονιού απ’ όλα τα διακοσμητικά που είχαν
3. λγτ, ξεγυμνώνω, τραβάω, βγάζω από θήκη, απεκδύω,
El caballero desnudó su espada para luchar contra su enemigo,
Ο ιππότης ξεγύμνωσε το σπαθί του για να πολεμήσει ενάντια στον εχθρό του,
4. οικ, μτφ, γδύνω σε παιχνίδι, ξαφρίζω, καταληστεύω ή του κλέβω χρήματα, αγαθά,
le desnudaron al salir del banco, Τον έγδυσαν όταν έφυγε από την τράπεζα
Si la partida continúa algo más, lo desnudan por completo,
Αν η παρτίδα συνεχίσει λίγο ακόμα, θα τον γδύσουν εντελώς
5. ραντ, ξεντύνομαι, γδύνομαι, Miguel se desnudó para entrar a las duchas del vestuario,
Ο Μιγκέλ γδύθηκε για να μπει στα ντους των αποδυτηρίων
6. ξεγυμνώνω την ψυχή μου, εκμυστηρεύομαι,
La cantante se desnudó en una entrevista reveladora,
Η τραγουδίστρια ξεγυμνώθηκε ψυχικά σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη
7. desnudarse de, ξεγυμνώνομαι, αποδύομαι από, απεκδύομαι από, απαλλάσσομαι,
el cantante se desnudó de sus vergüenzas y habló con claridad,
Ο τραγουδιστής απαλλάχθηκε από τις ντροπές του και μίλησε καθαρά
Ya se ha desnudado de las pasiones, Πλέον έχει απεκδυθεί από τα πάθη του
desnudamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desnudar, desnudarse
2. απογύμνωση, ξεγύμνωμα, γδύσιμο
3. μτφ, απέκδυση, απαλλαγή
desnudismo 1. α, γυμνισμός
desnudista 1. ε, α θ, γυμνιστικός, -ή, -ó, γυμνιστής, γυμνίστρια
desnudo 1. α, τεχ, γυμνό σε ζωγραφική, γλυπτική,
ganó el concurso de dibujo con un desnudo masculino,
κέρδισε τον διαγωνισμό ζωγραφικής με ένα γυμνό ανδρικό,
El desnudo de David es una de las obras más famosas de todos los tiempos,
Το γυμνό του Δαβίδ είναι ένα από τα πιο διάσημα έργα όλων των εποχών
2. σνθ, desnudo frontal, integral, πρόσθιο, ολόσωμο γυμνό
desnudo masculino / femenino αντρικό / γυναικείο γυμνό.
3. εκφ, al desnudo σε κοινή θέα || dejar al desnudo [a la vista]
αφήνω σε κοινή θέα
desnudo, da 1. ε, γυμνός, -ή, -ó, Estoy desnudo porque acabo de salir de la ducha,
Είμαι γυμνός επειδή μόλις βγήκα από το ντους
Se quitó la parte de arriba del biquini, dejando el pecho desnudo,
Έβγαλε το πάνω μέρος του μπικίνι της, αφήνοντας το στήθος της γυμνό
2. μτφ, γυμνός, -ή, -ó, Las hojas habían caído de los árboles y las ramas estaban desnudas,
Τα φύλλα είχαν πέσει από τα δέντρα και τα κλαδιά ήταν γυμνά
Se está engañando porque no quiere enfrentarse a la verdad desnuda,
Απατάει τον εαυτό του επειδή δεν θέλει να αντιμετωπίσει την γυμνή αλήθεια
la casa está aún desnuda de muebles, το σπίτι είναι ακόμα γυμνό από έπιπλα
me dijo la verdad desnuda, μου είπε την γυμνή αλήθεια
3. μτφ, για διακόσμηση, λιτός, -ή, -ó
4. λγτ, γυμνός, -ή, -ó για σπαθί, ξίφος, espada, sable
5. εκφ, desnudo de, γυμνός από κάτι αναγκαίο= στερημένος, -η, -ο από, που στερείται,
está desnudo de dinero, είναι στεγνός από χρήμα
ή μτφ, está desnudo de malas intenciones, στερείται από κακές προθέσεις
desnudo de méritos, γυμνός από αρετές
posar desnudo, φωτ, ποζάρω γυμνός, κάνω γυμνή φωτογράφηση
desnudez 1. θ, γύμνια, γυμνό, No todos están a favor de la desnudez en las playas públicas, Δεν είναι όλοι υπέρ του γυμνού στις δημόσιες παραλίες,
La desnudez solía darme vergüenza, pero ya no soy tan tímido,
Το γυμνό με ντρόπιαζε παλιά, αλλά δεν είμαι τόσο ντροπαλός πια
2. μτφ, γυμνότητα, Me sorprendió la desnudez de las paredes de la habitación porque antes estaban cubiertas de pósteres, Με εξέπληξε η γυμνότητα των τοίχων του δωματίου, επειδή προηγουμένως ήταν καλυμμένοι με αφίσες
3. ιδιότητα του desnudo
semidesnudo, da 1. ε, ημίγυμνος, -η, -ο
denudar 1. ρμ, γωλ, απογυμνώνω, ξεγυμνώνω έδαφος, αποψιλώνω,
tras denudarse la superficie del terreno de vegetación, comienza la erosión del suelo,
αφού απογυμνωθεί η επιφάνεια της γης από τη βλάστηση, αρχίζει η διάβρωση του εδάφους
2. βιο, αφαιρώ κάλυμμα από όργανο, απογυμνώνω
denudación 1. θ, γωλ, απογύμνωση, αποψίλωση
2. βιο, απογύμνωση οργάνου από κάλυμμα