GERIATRA

GERIATRA= ΓΗΡΙΑΤΡΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

agérato 1. α, βοτ, αγήρατο

geriatra 1. α θ, γηρίατρος

geriatría 1. θ, ιατ, γηριατρική

geriátrico, ca 1. ε, γηριατρικός, -ή, -ó

geriátrico 1. α, γηριατρικό νοσοκομείο, γηριατρική κλινική

2. γηροκομείο

gerontocracia 1. θ, γεροντοκρατία

gerontología 1. θ, ιατ, γεροντολογία

gerontólogo, ga 1. α θ, ιατ, γεροντολόγος

Scroll to Top