GAZA

GAZA= ΠΡΧ ΓΑΣΑ, ΠΡΧ ΓΑΖΑ

gaza 1. θ, ναυ, γάσα, αγκύλη, η θηλιά στην άκρη του σκοινιού που χρησιμοποιείται για να δένεται εύκολα στη δέστρα ενός σκάφους ή στη μπίντα του λιμανιού

engazar 1. ρμ, ναυ, στερεώνω τους κόμπους

Gaza 1. ονο, Γάζα

2. la franja de Gaza, η λωρίδα της Γάζας

Scroll to Top