GARRAFA= ΠΡΧ ΚΑΡΑΦΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
garrafa 1. θ, καράφα, una garrafa de agua, μια καράφα νερό
2. εκφ, de garrafa, οικ, υτμ, απο καράφα ή καραβίσιο= κακής ποιότητας, vino de garrafa,
κακής ποιότητας κρασί, ξύδι
garrafón 1. α, καραφάρα= νταμιτζάνα
2. εκφ, de garrafón, οικ, υτμ, κακής ποιότητας, vino de garrafón,
κακής ποιότητας κρασί, ξύδι