GARLA

GARLA= ΠΡΧ ΓΑΛΙΑΝΤΡΑ, ΗΧΜ ΓΛΑ-ΓΛΑ ΟΜΙΛΙΑΣ> ΠΟΛΥΛΟΓΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

eslogan, slogan 1. α, σλόγκαν

2. σνθ, eslogan publicitario, διαφημιστικό σλόγκαν

garla 1, θ, οικ, μτφ, ηχμ γκλα-γκλα= κουβεντούλα, φλυαρία

lleva una hora de garla por teléfono, Έχει μια ώρα από φλυαρίας στο τηλέφωνο

garlar 1. ρα, οικ, μτφ, είμαι γαλιάντρα= πολυλογώ, μιλάω πολύ, φλυαρώ

garlador, ra 1. ε, α θ, φλύαρος, -η, -ο, γαλιάντρα, πολυλογάς, -ού,

no le cuentes secretos, que es muy garlador,

Μην του πεις μυστικά, διότι είναι πολύ φλύαρος

garrulería 1. θ, οικ, μτφ, πολύ γκλα-γκλα= πολυλογία, περιττολογία

gárrulo, la 1. ε, ηχμ για πτηνό, που κάνει γκλου-γκλου, τερετίζει, τιτιβίζει

2. μτφ, για άτομο, φλύαρος, -η, -ο

3. για άνεμο, που θροΐζει

4. για νερό, ρυάκι, agua, arroyo, κελαρυστός, -ή, -ό

garrulo, la 1. ε, α θ, οικ, υτμ, μτφ, με τρόπους κακούς, πρχ γκαρου-λο> καρά-βλαχος,

η πρχ χοντρουλος σε τρόπους= άξεστος, -η, -o, χωριάτης, -ισσα,

¡Qué tipo tan garrulo! Come con la boca abierta

Τι άξεστος τύπος! Τρώει με το στόμα ανοιχτό

garrido, da 1. ε, μτφ, για άτομο, πρχ γκαριδο> χαριτω-μένος ή αεράτος σε τρόπους, εμφάνιση = κομψός, -ή, -ό, γοητευτικός, -ή, -ό, αεράτος, -η, -ο, εμφανίσιμος, -η, -ο,

se casó con un mozo garrido, παντρεύτηκε με έναν γοητευτικό νεαρό

garrir 1. ρα, για πτηνό, πρχ γκαρίζω

Scroll to Top