GARBO

GARBO= ΠΡΧ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΤΟΥ Α-ΓΑΡΜΠΟΣ, ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΑ ΜΕ ΧΑΡΗ,

ΠΡΧ ΓΑΜΠΡΟΣ, ΠΡΧ ΓΚΑΡ-ΜΠΟ> ΚΙΜΠΑΡΗΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

galocha 1. θ, γαλότσα

garbo πρχ αντίθετο του ά-γαρμπος, με καλό περπάτημα, κίνηση, χάρη,

πρχ γκαρ-μπο> γ-κι-μπάρης, πρχ σαν γαμπρός

1. α, κομψότητα στο ντύσιμο, φέρσιμο, el garbo del modelo era excepcional,

η κομψότητα του μοντέλου ήταν εξαιρετική

2. χάρη στην κίνηση, περπάτημα, αέρας, El rey y la reina caminaban con garbo,

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα περπάταγαν με χάρη

3. παράστημα, su garbo es aristocrático, το παράστημα του είναι αριστοκρατικό

4. στιλ, ύφος, El autor nicaragüense escribe con un garbo sublime,

Ο Νικαραγουανός συγγραφέας γράφει με ένα εξαιρετικό ύφος

5. κιμπαριλίκι= γενναιοδωρία, ανιδιοτέλεια προς τους άλλους

garbear 1. ρα, πρχ σαν να γαμπρίζω= κάνω βόλτα, περίπατο, περιπατώ,

garbea siempre por la escollera, περπατάει πάντα κατά μήκος του κυματοθραύστη

2. πρχ το παίζω κιμπαρης= καυχιέμαι, περηφανεύομαι

3. ραντ, οικ, κάνω βόλτα, περίπατο, τσάρκα

garbeo 1. α, οικ, γάμπρισμα= βόλτα, περίπατος, τσάρκα

2. εκφ, dar, darse un garbeo por un lugar, κάνω μια βόλτα, έναν περίπατο, μια τσάρκα

garbosamente 1. επρ, με χάρη, με κομψότητα

garboso, sa πρχ όχι ά-γαρμπος> με χάρη, κομψότητα, αρχοντιά

1. ε, πρχ σα γαμπρός, κιμπάρης σε ντύσιμο, φέρσιμο, κομψός, -η, -o, στιλάτος, -η, -ο,

χαριτωμένος, -η, -o, A pesar de los años, Clemente era aún un hombre atractivo y garboso,

Παρά την ηλικία του, ο Κλεμέντε ήταν ακόμα ένας άντρας ελκυστικός και κομψός

2. σε κίνηση, σαν γαμπρός, επιβλητικός, -ή, -ó, μεγαλοπρεπής, -ής, -ές, αρχοντικός, -ή, -ό,

Elena se había convertido en una bailarina ágil y garbosa,

Η Έλενα είχε μετατραπεί σε μια ευκίνητη και μεγαλοπρεπής χορεύτρια

3. με παράστημα, αγέρωχος, -η, -o

4. γενναιόδωρος, -η, -ο, ανιδιοτελής, -ές, -ή

agarbado, da 1. ε, αρχοντικός, -ή, -ó, κομψός, -ή, -ó

desgarbado, da 1. ε, πρχ ά-γαρμπος, -η, -ο, άχαρος, -η, -o, αδέξιος, -α, -ο,

¿Puede describir al ladrón? – Era alto y tenía un caminar desgarbado,

Μπορείτε να περιγράψετε τον κλέφτη; – Ήταν ψηλός και είχε ένα περπάτημα αδέξιο

2. ασουλούπωτος, -η, -o, El novio de Lina es un adolescente flaco y desgarbado

Ο φίλος της Λίνα είναι ένας έφηβος αδύνατος και ασουλούπωτος

3. ατημέλητος, -η, -o

desgarbo 1. α, αγαρμποσύνη, έλλειψη χάρης, κομψότητας σε ντύσιμο, φέρσιμο, κίνηση,

El personaje que interpreto camina con desgarbo,

Ο χαρακτήρας που υποδύομαι περπατάει με αγαρμποσύνη

gálibo 1. α, τχν, πρχ σαν καλο-πους που μετράει, δίνει διάσταση= συσκευή ελέγχου των διαστάσεων φορτίου πλοίου

galibar 1. ρμ, τχν, καλο-ποδίζω> ελέγχω με όργανο μέτρησης τις διαστάσεις φορτίου πλοίου

desgalichado, da 1. ε, οικ, πρχ ξε-γαλο-τσατος = desgarbado, da

Scroll to Top