GALÓN

GALÓN= ΠΡΧ ΓΑΛΟΝΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

galón 1. α, γαλόνι μέτρησης υγρού, en el bidón cabían 5 galones de gasolina,

στο μπιτόνι χωρούσαν 5 γαλόνια βενζίνη

2. στρ, γαλόνι στολής, σιρίτι

3. μτφ, σιρίτι σε ρούχο σαν στολίδι, un sombrero adornado con galones de oro,

ένα καπέλο στολισμένο με χρυσαφένια σιρίτια

galonear 1. ρμ, στολίζω με σιρίτια

galoneadura 1. θ, στολίδι, κέντημα με σιρίτια

galonista 1. α, στρ, οικ, με πολλά γαλόνια, διακεκριμένος μαθητής στρατιωτικής σχολής στον οποίο παραχωρούνται προνόμια λοχαγού

regala 1. θ, ναυ, πρχ ριγούλα= κουπαστή

Scroll to Top