GALO= ΠΡΧ ΓΑΛΑΤΙΑ, ΓΑΛΙΚΙΑ, ΠΡΧ ΓΑΛΛΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Galia 1. ονο, ιστ, la Galia, η Γαλατία
galicado, da 1. ε, γαλικισμένος, -ή, -ό, που χαρακτηρίζεται από γαλλισμό
galicanismo 1. α, θρη, γαλλικανισμός
galicano, na 1. ε, γαλλικανικός, -ή, -ó
galicismo 1. α, γλγ, γαλλισμός
galicista 1. ε, γαλλιστικός, -ή, -ό, που βρίθει γαλλικών εκφράσεων,
expresión galicista, έκφραση γαλλιστική, γαλλισμός
2. α θ, γαλλιστής, -ια, που χρησιμοποιεί πολλούς γαλλισμούς
gálico, ca 1. ε, ιστ, γαλατικός, -ή, -ό
2. χημ, γαλλικό, ácido gálico γαλλικό οξύ
gálico 1. α, ιατ, σύφιλη, σαν γαλλική αρρώστια
galicoso, sa 1. ε, α θ, συφιλιδικός, -ή, -ó
galicursi 1. ε, οικ, μτφ, γλώσσα γεμάτος, -η, -ο γαλλισμούς
2. α θ, άτομο που κάνει κατάχρηση γαλλισμών.
galio 1. α, βοτ, γάλιο, κολλητσίδα
2. χημ, γάλλιο
galiparla 1. θ, πρχ γαλο-παρλα= γλώσσα γεμάτη γαλλισμούς
galiparlista 1. α θ, γαλο-παρλιστης= άτομο που ομιλεί μια γλώσσα γαλλισμών
galo, la 1. ε, γαλλικός, -ή, -ó
2. ιστ, γαλατικός, -ή, -ó
3. α θ, Γάλλος, Γαλλίδα
4. ιστ, Γαλάτης, Γαλάτισσα
galofobia 1. θ, γαλλο-φοβία
galófobo, ba 1. ε, α θ, γαλοφοβικός, -ή, -ό, γαλλόφοβος, γαλλόφοβη
galorrománico, ca 1. ε, γλγ, γαλλο-ρομανικός, -ή, -ó
galorrománico 1. α, γλγ, Γαλλο-ρομανικά
galorromano, na 1. ε, ιστ, γαλλο-ρωμαϊκός, -ή, -ó
2. α θ, Γαλλο-Ρωμαίος, Γαλλο-Ρωμαία
tergal 1. α, τεργκάλ
galianos 1. α πλ, μαγ, χωριάτικο παξιμάδι βουτηγμένο σε λάδι ή σούπα
gaélico, ca 1. ε, γαελικός, -ή, -ó
gaélico 1. α, ιδίωμα Γαελικά
Galicia 1. ονο, Γαλικία
gallego 1. α, ιδίωμα Γαλικιανά, γαλικιανή γλώσσα
gallego, ga 1. ε, α θ, απο Γαλικία, γαλικιανός, -ή, -ó
gallegada 1. θ, λαϊκός χορός της Γαλικίας
agallegado, da 1. ε, πρχ σα-γαλικιανός, -ή, -ό, που έχει γαλικιανή προφορά, σαν Γαλικιανός
gallegoportugués, esa 1. ε, γαλικιανοπορτογαλικός, -ή, -ó
gallegoportugués 1. α, ιδίωμα Γαλικιανο-πορτογαλικά
galleguismos 1. α, γλγ, γαλικιανισμός, ιδιωματισμός της Γαλικίας
2. πολ, προάσπιση των ιδεωδών της Γαλικίας
galaico, ca 1. ε, λογ, πρχ γαλαικός, -ή, -ό, γαλικιανός, -ή, -ó
galaicoportugués, esa 1. ε, γαλικιανο-πορτογαλικός, -ή, -ó
galaicoportugués 1. α, ιδίωμα Γαλικιανο-πορτογαλικά, γαλικιανο-πορτογαλική γλώσσα
galgo, ga πρχ γαλικιος-> σκύλος Γαλικίας ή γαλγο> λαγός > λαγωνικό, πρχ σκυλ-αγος
1. α θ, ζωλ, λαγωνικό
2. σνθ, galgo afgano, inglés, ruso, ζωλ, αφγανικό, αγγλικό, ρωσικό κυνηγόσκυλο
3. εκφ, correr como un galgo, μτφ, τρέχω σαν λαγός < πρχ γκαλγο
¡échale un galgo! οικ, μτφ, ρίχτου ενα σκύλο, λαγό= άντε πιάστον τώρα!
ή για κάτι, πάει αυτό!, ξέχνα το καλύτερα! καλημέρα για αύριο!
se le cayó el anillo en la arena y ahora échale un galgo para encontrarlo,
του έπεσε το δακτυλίδι στην άμμο και τώρα καλημέρα για αύριο για να το βρείς
galgo, ga 1. α θ, πρχ γαλγο> γλυκο-φαγος= γλυκατζής, -ού, που τρώει γλυκά
galga 1. θ, πρχ κυλ-άγω= πέτρα, βράχος που κυλά απο βουνό,
el seísmo desprendió gran cantidad de galgas,
o σεισμός ξεκόλλησε μεγάλη ποσότητα βράχων
2. κυλ-άγω= μυλό-πετρα, la galga pesa mucho, η μυλόπετρα ζυγίζει πολύ
3. κορδέλα παπουτσιού
4. ιατ, ψώρα, πρχ γ-αλγα> άλγος δέρματος
5. τχν, παχύμετρο ελέγχου ανοχής, διάκενου της πέδης, πρχ σαν σιαγώνα
engalgar 1. ρμ, πρχ εν-σκυλ-άγω= αφήνω στο κυνήγι ελεύθερο το κυνηγόσκυλο
2. ναυ, ρίχνω δύο άγκυρες στην ίδια αγκυροβολιά, πρχ εν-αγκυ-ρώνω
galgueño, ña 1. ε, πρχ σ-κυλένιος ή γαλικιανός σκύλος= σχετικός, -ή, -ó με λεβριέ,
σαν κυνηγό-σκυλο, aspecto galgueño, ύφος λεβριέ
2. ζωλ, με χαρακτηριστικά κυνηγόσκυλου, yegua galgueña, ανάλαφρη φοράδα
3. ταυ, λέγεται για μακροπόδαρο και με επίπεδη κοιλιά ταύρο, σαν σκύλος