GALLO= ΠΡΧ ΓΑΛΟ-ΠΟΥΛΙ> ΚΟ-ΚΟΡΑΣ, ΗΧΜ ΓΚΛΟΥ-ΓΚΛΟΥ= ΚΟΤΑ ,
ΠΡΧ ΓΑΛΛΟΣ= ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣΚΟΤ, ΚΟΚΟΡΑΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gallo
1. α, ορν, κόκορας, πετεινός, el gallo del gallinero, o κόκορας του κοτετσιού
2. ζωλ, ψάρι χριστόψαρο, σαν σχήμα κόκορα> λειρί
3. οικ, μτφ, κόκορας, ηγετική φυσιογνωμία, le temen porque es el gallo de la banda,
τον τρέμουν διότι είναι ο κόκορας της συμμορίας
4. μτφ, σαν κακά-ρισμα= παραφωνία τραγουδώντας, φάλτσο,
el público abucheó al cantante por sus gallos,
το κοινό γιουχάισε τον τραγουδιστή για τα φάλτσα του
5. μτφ, ήχοι σαν κόκορα όταν μιλάς, παραφωνίες
6. μτφ, οικ, πρχ γκαγιο> ρο-χάλα> χλα, φλέμα, επειδή μιμείται τον ήχο
7. σνθ, gallo de pelea, πετεινός κοκορομαχίας
gallo de pueblo, μτφ, πετεινός του ανεμοδείκτη
8. εκφ, alzar el gallo, μτφ, οικ, υψώνω τη φωνή, σαν κόκορας
bajarle el gallo a alguien, οικ, μτφ, κατεβάζω τον κόκορα (φωνή) σε κάποιον=
βάζω κάποιον στη θέση του, κόβω τον αέρα σε κάποιον
soltar un gallo, αμολώ ενα κόκορα= κάνω φάλτσο
en menos que canta un gallo, μέχρι να πεις κύμινο, σ’ ενα λεπτό, μια στιγμή,
estaré allí en menos que canta un gallo, θα είμαι εκεί σ’ ένα λεπτό, μέχρι να πεις κύμινο
al primer gallo, στο πρώτο κόκορα> τα μεσάνυχτα, saldremos al primer gallo,
θα φύγουμε τα μεσάνυχτα
andar alguien de gallo, βαδίζω σα κόκορας> βγαίνω βράδυ για γλέντι, ξενυχτώ
supergallo 1. ε, αθλ, μποξ, κατηγορίας σούπερ πετεινού
2. α θ, αθλητής, -ια κατηγορίας σούπερ πετεινού
galladura 1. θ, βιο, πρχ κοκο-τηρι= κόκκινο στίγμα στον κρόκο που δείχνει ότι έχει αρχίσει η γονιμοποίηση
gallear 1. ρμ, γονιμοποιεί ο κόκορας την κότα
2. μτφ, κοκορεύομαι, desde que es el presidente gallea,
απο τότε που είναι πρόεδρος κοκορεύεται
2. ρα, επιδεικνύομαι σαν κόκορας, κορδώνομαι
3. μτφ, οικ, υψώνω την φωνή σαν κόκορας
4. ταυ, κάνω φιγούρα με το κόκκινο πανί στον ταύρο
galleo 1. α, κάνω τον κόκκορα= κόρδωμα
2. ταυ, φιγούρα ταυρομάχου με το κόκκινο πανί προ του ταύρου
gallera 1. θ, κοκκορ-ιερα= ρινγκ κοκορομαχιών
2. κοτέτσι
3. κλουβί με κοτόπουλα
gallero, ra 1. α θ, πτηνοτρόφος που εκτρέφει κοκόρια για κοκορομαχίες
2. οπαδός, φαν κοκορομαχιών
galliforme πρχ κοκορο-μορφος
1. ε, ζωλ, ορνιθό-μορφος, -η, -o
2. ορνιθόμορφο
gallina πρχ γαλο-πουλ-ινα= κότα, ηχμ γκλου-γκλου
1. θ, ορν, κότα, όρνιθα
2. ε, α θ, μτφ, υτμ, για άτομο, κότα, δειλός, -ή, -ó, ese gallina no se enfrentará a su jefe,
αυτή η κότα δεν θα τα βάλει με τον προϊστάμενο του
3. σνθ, gallina clueca, κότα κλώσσα
gallina de agua, νερό-κοτα
gallina ponedora, ωοτόκος όρνιθα
4. εκφ, la gallina de los huevos de oro, οικ, η κότα με τα χρυσά αβγά
levantarse , acostarse con las gallinas, ξυπνάω, κοιμάμαι με τις κότες
estar, sentirse como gallina en corral ajeno, στέκω, νιώθω σαν κότα σε κοτέτσι ξένο=
είμαι έξω από τα νερά μου
gallina vieja da buen caldo, η γριά κότα έχει το ζουμί
gallinácea 1. θ, ορν, κοτο-ειδές, ορνιθο-ειδές
gallinaza πρχ κουτσουλιά
1. θ, κοπριά κότας
2. κουτσουλιά, el gallinero está cubierto de gallinaza,
το κοτέτσι είναι καλυμμένο από κουτσουλιά
gallinería 1. θ, σύνολο απο κότες, πουλερικά
2. πρχ, κοτονερί, κατάστημα με πουλερικά
3. μτφ, κότεμα, δειλία
gallinero, ra 1. α θ, έμπορος πουλερικών
gallinero 1. α, κοτέτσι
2. κλουβί
3. μτφ, μέρος σαν κοτέτσι= χάβρα , τρελοκομείο
4. οικ, θτρ σαν κοτέτσι= υπερώο , εξώστης
gallineta 1. θ, μπεκάτσα
2. ψάρι σκορπίνα, λόγω χρώματος
gallito, ta 1. ε, α, οικ, μτφ, άντρας σαν κοκοράκι, φαντασμένος, η, o
gallito 1. α, ορν, κοκοράκι, πετεινάρι
2. μτφ, κοκορόμυαλος, -η
3. μτφ, ξιπασμένος, -η
4. εκφ, el gallito del pueblo, το παλληκαράκι του χωριού
ponerse gallito, στέκομαι σαν κόκορας= κοκορεύομαι, κομπάζω
engallarse πρχ εν-στέκω σαν κόκορας
1. ραντ, μτφ, κοκορεύομαι
engallamiento 1. α, αλαζονεία
engallado, da πρχ σαν-κοκορας
1. μτφ, αλαζονικός, -ή, -ό
2. για στάση σώματος, ευθυτενής, -ής, -ές