FLAMENCO= ΠΡΧ ΦΛΑΜΕΝΚΟ, ΠΡΧ ΦΛΑΜΑΝΔΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
flamenco 1. α, φλαμένκο, μουσική ή χορός
2. Φλαμανδικό ιδίωμα
3. ορν, φλαμίνγκο, φοινικόπτερο
4. σνθ, flamenco rosa, ορν, φοινικόπτερο
flamenco, ca 1. ε, φλαμανδικός, -ή, -ó
2. μσκ, που έχει σχέση με το φλαμένκο
3. γλγ, που υποστηρίζει ή έχει σχέση με το φλαμανδικό κίνημα
4. εκφ, estar flamenco, μτφ, είμαι σα φλαμένκο> είμαι σε φόρμα, σφύζω από ζωή
ponerse flamenco con alguien, οικ, μτφ, στήνομαι σαν πτηνό φλαμένκο=
παριστάνω τον παλικαρά, κάνω τον κάμποσο
flamenco, ca 1. α θ, Φλαμανδός, Φλαμανδή
flamenco-jazz 1. α, μσκ, φλαμένκο-τζαζ
flamencología 1. θ, μσκ, φλαμενκο-λογία, σύνολο γνώσεων και τεχνικών φλαμένκο
flamencológico, ca 1. ε, φλαμενκο-λογικός, -ή, -ό, που έχει σχέση με το φλαμένκο
flamencólogo, ga 1. ε, α θ, φλαμενκο-λογικός, -ή, -ό, φλαμενκολόγος
flamenco-pop 1. α, μσκ, φλαμένκο-ποπ
flamenquería 1. θ, μτφ, μαγκιά, παλικαριά
flamenquismo 1. α, φλαμενκισμός, ενδιαφέρον για ανδαλουσιανές συνήθειες σε σχέση με το φλαμένκο
aflamencado, da 1. ε, φλαμενκατος> εμπνευσμένος, -η, -ο από το φλαμένκο,
rock aflamencado, ροκ με επιρροές από το φλαμένκο
aflamencarse 1. ραντ, εμπνέομαι από το φλαμένκο, υιοθετώ το στυλ του φλαμένκο