FINGIR

FIGURA= ΠΡΧ ΦΙΓΟΥΡΑ, ΦΙΑΧΝΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

figura 1. θ, φιγούρα σαν εξωτερική μορφή σε κάτι, σχήμα,

ese cuadro tiene figura oval, αυτός ο πίνακας, κάδρο έχει φιγούρα οβάλ

2. μτφ, φιγούρα ατόμου, ζώου σε αγαλματίδιο, ειδώλιο,

una figura de porcelana, ένα αγαλματίδιο από πορσελάνη

3. σιλουέτα ατόμου

4. μτφ, ύφος, όψη προσώπου, nos visitó con una triste figura,

μας επισκέφτηκε με θλιμμένο ύφος

5. φιγούρα τράπουλας, las figuras de la baraja, οι φιγούρες της τράπουλας

6. λγτ, φιγούρα λογοτεχνική, πρόσωπο φανταστικό σε έργο, μορφή,

la figura de la diosa Diana, η μορφή της θεάς Άρτεμις

7. μτφ, φιγούρα σε επάγγελμα, δραστηριότητα, μεγάλη μορφή, es una figura de la canción, είναι μια μεγάλη μορφή του τραγουδιού

8. φιγούρα σε χορό, πατινάζ

9. πιόνι σκακιού

10. γλγ, σχήμα λόγου, La metáfora es una de las figuras retóricas más utilizadas,

Η μεταφορά είναι ένα από τα πιο χρησιμοποιούμενα σχήματα λόγου

11. γμτ, μσκ, σχήμα

12. σνθ, figura celeste, ουράνια σφαίρα

figura de bulto, ανάγλυφη μορφή

figura decorativa, οικ, ειρ, μτφ, για άτομο γλάστρα

figura estelar, το αστέρι, ο πρωταγωνιστής

figura jurídica, νομ, νομική έννοια, υπόσταση

figuras de dicción, ρητορικά σχήματα

13. εκφ, hacer figuras, οικ, κάνω γκριμάτσες

mantener la figura, διατηρώ τη σιλουέτα μου

tener buena figura, έχω ωραία σιλουέτα

tener mala figura, έχω άσχημη εμφάνιση

figura 1. α θ, προσωπικότητα, Napoleón es una figura dominante en la historia de Ajaccio,

Ο Ναπολέων είναι μια κυρίαρχη προσωπικότητα στην ιστορία της Αζαξιό

2. εκφ, ¡menudo figura! ειρ, φοβερός τύπος!

figurería 1. θ, γκριμάτσα

figurero, ra 1. ε, οικ, πρχ φιγουρ-άρης= που κάνει γκριμάτσες, μορφάζων, -ουσα, -ον

2. α θ, κατασκευαστής, -ια αγαλματιδίων

3. κλόουν

figurilla 1. θ, αγαλματίδιο, ειδώλιο

2. φιγούρα φάτνης

3. οικ, υτμ, για άτομο, μικρόσωμος και γελοίος, απολειφάδι, εξάμβλωμα

figulina 1. θ, κεραμικό αγαλματάκι

figulino, na 1. ε, για αγαλματάκι, κεραμικός, -η, -ο, διακόσμηση με κεραμικά,

decoración figulina

figurinista 1. α θ, κνμ, θτρ, ενδυματολόγος

figurín 1. α, σχέδιο ρούχου, la modista me enseñó el figurín del vestido de novia,

Η μοδίστρα μου έδειξε το σχέδιο του νυφικού

2. οικ, υτμ, για άτομο, φιγουρίνι, μοντέλο, κομψευόμενος, -νη, φαντασμένος, -νη

3. κνμ, θτρ, κοστούμι

4. εκφ ir, estar hecho un figurín, πάω, είμαι φιγουρίνι εμφανισιακά, ντυμένος στην τρίχα,

siempre va hecho un figurín, πάντα πάει ντυμένος στην τρίχα

figurón, na 1. ε, α θ, οικ, υτμ, φιγουρατζίδικος, -η, -ο, κομψευόμενος, -νη,

φαντασμένος, -νη

2. θτρ, πρωταγωνιστής, -ια σε γελοίο ρόλο

3. σνθ, figurón de proa, ναυ, ακρόπρωρο

fig. 1. θ, σχημ. > σχήμα

2. συμβ. > συμβολικός

figurismo 1. α, θρη, δόγμα της προαγγελίας της Καινής Διαθήκης στην Παλαιά Διαθήκη

figurista 1. α, θρη, οπαδός δόγματος της προαγγελίας

figurar 1. ρμ, σχηματίζω, απεικονίζω φιγούρα, esas nubes figuran una cara,

αυτά τα σύννεφα σχηματίζουν ενα πρόσωπο,

2. μτφ, δείχνω μια φιγούρα ψεύτικη για κάτι= προσποιούμαι, κάνω πως,

figuró que no le había visto, προσποιήθηκε πως δεν τον είχε δεί

3. ρα, φιγουράρω σε κάτι, εμφανίζομαι, είμαι σε ένα μέρος, κατάσταση,

figuraba entre los asistentes al acto, φιγουράριζε μεταξύ των θεατών στο έργο

su nombre figura al final de la lista, το όνομά του εμφανίζεται στο τέλος του καταλόγου

4. μτφ, ξεχωρίζω σαν φιγούρα σε κάτι, να τραβάω βλέμματα, προσοχή,

figura como productor, ξεχωρίζει σαν παραγωγός

le encanta figurar, λατρεύει να τραβάει την προσοχή

5. ραντ, φτιάχνω φιγούρες στο μυαλό= φαντάζομαι, υποθέτω,

me figuré que no vendrías, υπέθεσα πως δεν θα ερχόσουν

6. εκφ, figúrate φαντάσου!

ya me lo figuraba yo, καλά το φανταζόμουν εγώ

figuración 1. θ, φιγουρο-ποίηση= σχηματισμός, απεικόνιση, la figuración de una divinidad,

η απεικόνισης μιας θεότητας

2. φιγούρα φανταστική του νου, εφεύρεση, αποκύημα, παραλήρημα, μύθευμα,

pasaba los días entregado a sus figuraciones, alejado de la realidad,

​​περνούσε τις μέρες του παραδομένος στη φαντασία του, μακριά από την πραγματικότητα

3. κνμ, εμφάνιση ως κομπάρσος, σαν φιγούρα

4. εκφ, ser figuraciones mías, tuyas, suyas κλπ, eso son figuraciones tuyas,

αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας μου, σου, του κ.λπ.

figurativismo 1. α, τεχ, απεικονιστική τέχνη

figurativo, va 1. ε, τεχ, αναπαραστατικός, -ή, -ó,

¿Es Antonio López un pintor abstracto? – No, es un pintor figurativo,

Είναι ο Antonio López αφηρημένος ζωγράφος; – Όχι, είναι παραστατικός ζωγράφος

2. γλγ, μεταφορικός, -ή, -ό, La autora recurre a menudo al lenguaje figurativo,

Η συγγραφέας ανατρέχει συχνά στην μεταφορική γλώσσα

figuradamente 1. επρ, μεταφορικά, σαν φιγούρα σημασίας

figurado, da 1. ε, μεταφορικός, -ή, -ó,

la palabra "fideo" tiene el significado figurado de "persona muy delgada",

η λέξη φιδές έχει την μεταφορική σημασία του πολύ αδύνατου ατόμου

figurante 1. α θ, κυρ, μτφ, κομπάρσος, σαν φιγούρα σε κάτι

configurar πρχ συν-φιγουράρω= δια-σχηματίζω κάτι

1. ρμ, μτφ, διαμορφώνω, σχηματίζω, configurar un proyecto, διαμορφώνω ενα σχέδιο

Las tres naciones configuraron una alianza para enfrentarse a un enemigo en común,

Τα τρία έθνη σχημάτισαν μια συμμαχία για να αντιμετωπίσουν έναν κοινό εχθρό

2. ραντ, διαμορφώνομαι, σχηματίζομαι, σαν φιγούρα,

el país se configura como el mayor productor del mundo,

η χώρα διαμορφώνεται σαν η μεγαλύτερη παραγωγός του κόσμου

La Organización de las Naciones Unidas se configuró tras la Segunda Guerra Mundial,

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών σχηματίστηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

3. πλφ, διαμορφώνω λειτουργία, ρυθμίζω, configurar la impresora,

διαμορφώνω τον εκτυπωτή

Tuve que llamar a un especialista para configurar mi módem

Έπρεπε να καλέσω έναν ειδικό για να ρυθμίσει το μόντεμ μου

4. ρυθμίζω, Configuré el programa y cambié el idioma a español,

Ρύθμισα το πρόγραμμα και άλλαξα τη γλώσσα σε Ισπανικά

configuración 1. θ, διαμόρφωση, σχηματισμός, διάταξη σε κάτι

La configuración de la casa no se adapta a las necesidades de la familia,

Η διαμόρφωση του σπιτιού δεν ταιριάζει στις ανάγκες της οικογένειας

La salida de Reino Unido supondrá un gran cambio en la configuración de la Unión Europea,

Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα σημάνει μια σημαντική αλλαγή στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

2. εξωτερική διαμόρφωση, όψη, configuración geográfica, γεωγραφική διαμόρφωση

3. αστρ, σύνοδος πλανητών

4. σνθ, configuración básica, πλφ, βασική διαμόρφωση

desfigurar 1. ρμ, ραντ, πρχ ξε-φιγουράρω κάτι= χαλάω την φιγούρα, σχήμα, το ασχημαίνω,

παραμορφώνω, un accidente de coche le desfiguró la cara,

ένα τροχαίο ατύχημα του παραμόρφωσε το πρόσωπο του

2. μτφ, παραμορφώνω, παραποιώ, αλλοιώνω, αλλάζω ηθελημένα κάτι για κάποιο σκοπό,

El acusado dijo que el testigo había desfigurado los hechos,

Ο κατηγορούμενος είπε ότι ο μάρτυρας είχε αλλοιώσει τα γεγονότα,

El secuestrador trató de desfigurar su voz cubriendo el micrófono con un pañuelo,

Ο απαγωγέας προσπάθησε να παραμορφώσει τη φωνή του καλύπτοντας το μικρόφωνο με ένα μαντήλι

3. ραντ, παραμορφώνομαι, αλλοιώνομαι, απο ένα ατύχημα ή απο δυνατή συγκίνηση,

su rostro se desfiguró terriblemente al ver el desastre,

το πρόσωπο του παραμορφώθηκε τρομερά με το που είδε την καταστροφή

desfiguración 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του desfigurar, desfigurarse

2. παραμόρφωση προσώπου, σώματος

3. παραποίηση, αλλοίωση αλήθειας, γεγονότων

desfigurado, da 1. ε, παραμορφωμένος, -η, -o για πρόσωπο, σώμα

2. μτφ, αλλοιωμένος, -η, -o, παραποιημένος, -η, -o, παραλλαγμένος, -η, -o

desfiguramiento 1. α, desfiguración

prefigurar 1. ρμ, πρχ προ-φιγουράρω= προσχηματίζω, προεικονίζω, προμηνύω κάτι,

El entrenamiento Jedi de Luke Skywalker prefigura el final de la película,

Η εκπαίδευση Τζεντάι του Λουκ Σκαϊγουόκερ προμηνύει το τέλος της ταινίας

prefiguración 1. θ, προεικόνιση, προσχηματισμός, προμήνυμα

refigurar 1. ρμ, ξανα-σχηματίζω μια εικόνα στην φαντασία μου, ξαναθυμάμαι,

El olor la hizo refigurar las Navidades en la casa de sus padres,

Η μυρωδιά την έκανε να ξαναθυμηθεί τα Χριστούγεννα στο σπίτι των γονιών της

refiguración 1. θ εκ νέου σχηματισμός εικόνας στην φαντασία

transfigurar, trasfigurar 1. ρμ, μεταμορφώνω, αλλάζω την φιγούρα, όψη σε κάποιον, κάτι,

la litúrgia ha transfigurado su rostro, ahora luce más despreocupada,

η λειτουργία έχει μεταμορφώσει το πρόσωπο της, τώρα δείχνει πιο ανέμελη

2. ραντ, μεταμορφώνομαι, al sonreír se transfigura, όταν χαμογελάει μεταμορφώνεται

transfiguración, trasfiguración1. θ, μεταμόρφωση όψης, προσώπου

transfigurable, trasfigurable 1. ε, μεταμορφώσιμος, -η, -o

fingir πρχ φινχιρ> φιάχνω κάτι, δείχνω κάτι φτιαχτό

1. ρμ, ραντ, προσποιούμαι, fingió dolor de estómago para no ir a trabajar,

Προσποιήθηκε έναν πόνο στο στομάχι για να αποφύγει να πάει στη δουλειά,

2. ρμ, ραντ, μτφ, προσποιούμαι, κάνω πώς είμαι, fingía estar alegre,

έκανε πως ήταν χαρούμενος

fingió no haberme visto, προσποιήθηκε, έκανε ότι δεν με είδε

finge que duerme, κάνει πως κοιμάται

se fingió enfermo, cansado, έκανε τον άρρωστο, κουρασμένο

3. ρμ, μιμούμαι, Soy muy malo para fingir voces, Είμαι πολύ κακός στο να μιμούμαι φωνές

fingimiento 1. α, προσποίηση, υποκρισία, Adriana me cae bien porque es muy sincera y se comporta sin ningún fingimiento, Μου αρέσει η Αντριάνα γιατί είναι πολύ ειλικρινής και συμπεριφέρεται χωρίς καμία προσποίηση

fingido, da 1. ε, πρχ φιαχτός= προσποιητός, -ή, -ό, ψεύτικος, -η, -ο

Rosa nos recibió con un entusiasmo fingido,

Η Ρόζα μας υποδέχτηκε με προσποιητό ενθουσιασμό

El profesor de ciencia hablaba con un acento británico fingido,

Ο καθηγητής Φυσικών Επιστημών μίλησε με μαι ψεύτικη βρετανική προφορά

su dolor es fingido, ο πόνος του είναι ψεύτικος

2. ε, α θ, ύπουλος, -η, -ο, διπρόσωπος, -η, -ο, υποκριτικός, -ή, -ό, υποκριτής, -ια,

No te fíes de ese, que es muy fingido, Μην τον εμπιστεύεσαι αυτόν, είναι πολύ υποκριτής

fingidor, ra 1. ε, πρχ φιάχτης= προσποιητικός, -ή, -ό

2. υποκριτικός, -ή, -ό, διπρόσωπος, -η, -ο

3. α θ, πανούργος, -α

fingidamente 1. επρ , πρχ φιαχτά= προσποιητά

2. πονηρά, ύπουλα

ficción πρχ φικσιον> φιάξι-μο σε κάτι

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του fingir, προσποίηση, υποκρισία

2. μτφ, επινόημα, εφεύρεση, μυθοπλασία, παραμύθι, ιστορία φανταστική,

este rumor es una ficción, αυτή η φήμη είναι ενα επινόημα

Es increíble que hayas creído semejante ficción,

Είναι απίστευτο να έχεις πιστέψει τέτοια μυθοπλασία

3. πράγμα φιαχτό= μυθοπλασία, φαντασία, la realidad a menudo supera a la ficción,

η πραγματικότητα συχνά ξεπερνά τη φαντασία

relato de ficción, διήγημα μυθοπλασίας, φαντασίας

4. μτφ, παραμύθι, su tristeza es pura ficción, η θλίψη του είναι σκέτο παραμύθι

5. σνθ, ficción novelesca, λγτ, μυθιστορηματική μυθοπλασία

ficticio, cia 1. ε, φανταστικός, -ή, -ó, vive en un mundo ficticio, ζει σε έναν φανταστικό κόσμο

2. πλασματικός, -ή, -ó, los cheques tienen un valor ficticio, το τσεκ έχει πλασματική αξία

metaficción 1. θ, πρχ μετα-φιάξι-μο= μεταμυθοπλασία, μεταμυθιστόρημα

efigie πρχ ε-φιγιε> φιγ-ούρα ή φιάξι-μο εικόνας για κάτι

1. θ, απεικόνιση κάποιου, en la cara de la moneda aparecía la efigie del emperador,

στο κεφάλι του νομίσματος εμφανιζόταν η απεικόνιση του αυτοκράτορα

2. ανάγλυφο, La tumba de los reyes tiene una efigie de ambos agarrados de la mano,

Ο τάφος των βασιλιάδων έχει ένα ανάγλυφο και των δύο πιασμένοι απο τα χέρια

3. μτφ, φιγούρα αντιπροσωπευτική, προσωποποίηση, απεικόνιση, ομοίωμα,

parecía la efigie de la inocencia, φαινόταν η φιγούρα της αθωότητας

Desde que su madre murió Pablo ha sido la efigie del sufrimiento,

Από τότε που πέθανε η μητέρα του, ο Πάμπλο έχει γίνει η προσωποποίηση του πόνου

finta 1. θ, αθλ, προσποίηση

2. εκφ, hacer una finta, κάνω προσποίηση

fintar 1. ρμ, ρα, αθλ, κάνω προσποίηση

heñir 1. ρα, πρχ χενιρ> φιάχνω= ζυμώνω, πλάθω

hintero 1. α, πρχ φιαχ-τήρι= σκάφη για ζύμωμα

Scroll to Top