FELÓN= ΠΡΧ Υ-ΠΟΥΛΟΝ ΑΤΟΜΟ> ΠΟΥ ΠΡΑΤΤΕΙ ΠΡΟΔΟΤΙΚΑ,
ΠΡΧ Α-ΦΙΛΟΝ ΑΤΟΜΟ> ΠΡΟΔΟΤΗΣ, ΠΡΧ ΕΠΙ-ΒΟΥΛΟΝ ΑΤΟΜΟ
felón, ona 1. ε, α θ, επίβουλος, -ος, -ον, προδοτικός, -ή, -ό, παράσπονδος, -η, -ο,
επίορκος, -η, -ο, προδότης, προδότρα, no confíes en él, es un felón,
μην τoν εμπιστεύεσαι, είναι ένα ύπουλον άτομο> προδότης
felonía 1. θ, προδοσία, επί-βουλην πράξη, επιβουλή, ύπουλην πράξη, παρασπονδία,
nunca le perdonarán su felonía, ποτέ δεν θα του συγχωρέσουν την προδοσία του