FELINO

FELINO= ΠΡΧ ΦΕ-ΛΙΝΟ> ΛΕΩΝ Ή ΑΙΛΟΥΡΟΝ

felino, na 1. ε, κυρ, μτφ, αιλουροειδής, -ής, -ές

felino 1. α, ζωλ, αίλουρος

2. εκφ, los felinos, οι αίλουροι, τα αιλουροειδή

félido 1. α, ζωλ, αιλουροειδές

Scroll to Top