FARFULLA

FARFULLA= ΗΧΜ ΦΟΥ-ΦΟΥΛΑ ΣΕ ΟΜΙΛΙΑ> ΜΠΕΡΔΕΜΑ ΣΕ ΛΟΓΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

farfulla 1. θ, ηχμ φου-φου σε ομιλία= ψέλλισμα, τραύλισμα, ψεύδισμα

No entendí una palabra de esa farfulla. ¿Qué dijiste?

Δεν κατάλαβα λέξη από αυτό το τραύλισμα. Τι είπες;

2. α θ, άτομο που μιλά με φου-φου= τραυλός, -ή,

3. ε, τραυλός, -ή, -ό

farfullar 1. ρμ, ρα, ηχμ φου-φουλιζω= μιλάω γρήγορα και μπερδεμένα, ψελλίζω, τραυλίζω, hablame claro, sin farfullar las palabras, μίλα μου καθαρά, χωρίς να μπερδεύεις τα λόγια

Elías farfulló algo entre dientes y salió de la habitación,

Ο Ηλίας ψέλλισε κάτι μέσα από τα δόντια του και βγήκε από το δωμάτιο

llegó lleno de pánico y farfulló cuatro palabras, έφτασε γεμάτος πανικό και ψέλλισε 2 λόγια

2. οικ, μτφ, κάνω κάτι τσάτρα πάτρα, farfulló sus deberes para poder salir pronto a jugar,

έκανε τσάτρα πάτρα τα μαθήματα του για να μπορέσει βγει γρήγορα να παίξει

farfullero, ra 1. ε, α θ, τραυλός, -ή, -ó, ψευδός, -ή, -ό

2. μτφ, τσαπατσούλικος, -η, -ο, τσαπατσούλης, τσαπατσούλα

Scroll to Top