FANFARRÓN= ΠΡΧ ΦΑΝΦΑΡΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
fanfarrear 1. ρα, μιλάω ή φέρομαι σαν φανφάρας= καυχησιολογώ, κορδώνομαι, κομπορρημονώ, κάνω τον καμπόσο, Es humilde y no le gusta fanfarrear,
Είναι ταπεινός και δεν του αρέσει να κομπορρημονεί
fanfarria 1. θ, οικ, λόγια ή πράξεις σαν φανφάρες, μεγαλοστομίες, μεγαλολόγια, καυχησιά, ¡no me vengas con fanfarrias!, μην μου έρχεσαι με, αρχίζεις τις φανφάρες!
2. μουσική ή μπάντα φανφάρα, φαμφάρα
fanfarrón, ona 1. ε, α θ, φανφαρονικός, -ή, -ό, κομπαστικός, -ή, -ό, καυχησιάρης, -α, -ικο, , φανφανφαρόνος, -να, κομπάζων, -ουσα, κομπορρήμων, μεγαλολόγος, -γού
Esa estrella de fútbol es arrogante y fanfarrona,
Αυτός ο σταρ του ποδοσφαίρου είναι αλαζονικός και καυχησιάρης
fanfarronear 1. ρα, μιλάω ή φέρομαι σαν φανφάρας, καυχησιολογώ, κορδώνομαι, κομπάζω
fanfarronería 1. θ, στάση φανφάρα, φανφαρονισμός
2. λόγια ή πράξη φανφάρα, φανφαρονισμός, καυχησιολογία, μεγαλολογία
fanfarronada 1. θ, φανφαρονισμός
2. λόγια ή πράξη φανφάρα, φανφαρονάδα