EXPERIENCIA

EXPERIENCIA= ΠΡΧ ΕΚ-ΠΕΙΡΑΣ> ΕΜ-ΠΕΙΡΙΑ, ΠΕΙΡΑΜΑ, ΠΡΧ ΕΞΠΕΡ, ΠΡΧ ΠΕΙΡΑΤΗΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

pirata 1. α θ, πειρατής, κουρσάρος, los piratas eran marineros expertos,

οι πειρατές ήταν έμπειροι ναυτικοί

2. ε, πειρατικός, -ή, -ó, El barco pirata disparó hasta hundir el barco de mercaderías,

Το πειρατικό πλοίο πυροβόλησε μέχρι που βύθισε το φορτηγό πλοίο,

Me multaron por descargarme una película pirata,

Μου έριξαν πρόστιμο επειδή κατέβασα μια πειρατική ταινία

3. σνθ, pirata del aire, aéreo αερο-πειρατής

pirata informático, χάκερ, πειρατής του κυβερνοχώρου

piratear 1. ρα, κάνω πειρατεία σε πλοίο, ρεσάλτο, κουρσεύω,

De niño soñaba con ser pirata y piratear por las costas de los siete mares,

Ως παιδί, ονειρευόταν να γίνει πειρατής και να κάνει πειρατεία στις ακτές των επτά θαλασσών

2. μτφ, οικειοποιούμαι παρανόμως, σαν πειρατής

3. πλφ, κάνω πειρατεία σε προϊόν, υποκλέπτω, χακάρω,

Un hacker pirateó los servidores de la empresa y nos robó información de los usuarios,

Ένας χάκερ χάκαρε τους διακομιστές της εταιρείας και μας έκλεψε στοιχεία των χρηστών

4. ρμ, πειρατεύω, κάνω πειρατεία σε προϊόν διαλεκτικό, υποκλέπτω

ese club de vídeo piratea películas de ciencia-ficción,

αυτό το βιντεοκλάμπ πειρατεύει ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

5. πλφ, κάνω παράνομα αντίγραφα ή αφαιρώ ταινία ασφαλείας

pirateo 1. α θ, πειρατεία σε προϊόν εικόνας, πληροφορικής, ηλεκτρονική πειρατεία

2. πειρατεία σαν παραγωγή ρούχων μαϊμού

piratería 1. θ, πειρατεία σε πλοίο, ρεσάλτο, κούρσεμα

2. προϊόν πειρατείας, λάφυρα από λεηλασία

3. πειρατεία σε αγαθά ξένα, διαρπαγή, πλιάτσικο

4. ηλεκτρονική πειρατεία

5. παραγωγή ρούχων μαϊμού

6. σνθ, piratería aérea, αεροπειρατεία

piratería industrial, βιομηχανική πειρατεία

piratería informática, ηλεκτρονική πειρατεία

empírico, ca 1. ε, εμπειρικός, -ή, -ó

empirismo 1. α, εμπειρισμός

empíricamente 1. επρ, εμπειρικά

experiencia πρχ εξ-περ> εκ-πείρας> εμ-πειρία

1. θ, πείρα, εμπειρία από κάτι, μετά από εξάσκηση,

Vivimos experiencias inolvidables durante nuestros años de universidad,

Ζήσαμε αξέχαστες εμπειρίες κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μας χρόνων,

tiene mucha experiencia como conductor, έχει πολλή εμπειρία σαν οδηγός

le falta experiencia, του λείπει η πείρα

No tengo mucha experiencia en ventas, pero aprendo rápido,

Δεν έχω μεγάλη εμπειρία στις πωλήσεις, αλλά μαθαίνω γρήγορα

2. πείραμα, εγχείρημα, estos científicos están realizando experiencias con orangutanes,

αυτοί οι επιστήμονες πραγματοποιούν πειράματα, εγχειρήματα με ουρακοτάγκους

3. σνθ, experiencia laboral, επαγγελματική πείρα

4. εκφ, la experiencia es la madre de la ciencia, πρμ,

η εμπειρία είναι η μητέρα= κύρια πηγή της γνώσης, επιστήμης

experencial 1. ε, εκ-πείρας, εμπειρικός, -ή, -ό

inexperiencia 1. θ, ανευ-εμ-πειρίας= απειρία

experimento πρχ εκ-πειράματος= πείραμα

1. α, πείραμα σε εργαστήριο, un experimento de química, ένα πείραμα χημείας

2. πειραματισμός, δοκιμή για κάτι, experimentos culinarios, μαγειρικοί πειραματισμοί

experimentar 1. ρμ, κάνω πειράματα, πειραματίζομαι με κάτι για να δω τις ιδιότητες του,

están experimentando un nuevo combustible, πειραματίζονται με ένα νέο καύσιμο

experimentar con, πειραματίζομαι με, no experimentamos con animales,

δεν κάνουμε πειράματα σε ζώα

2. πειραματίζομαι για να μάθω κάτι, δοκιμάζω,

experimentó el teléfono móvil para ver su función,

δοκίμασε το κινητό τηλέφωνο για να δει την λειτουργία του

3. έχω εμπειρία από κάτι, εμπειρούμαι, αισθάνομαι, νιώθω, δοκιμάζω,

ya ha experimentado lo que es la cárcel, πλέον έχει εμπειρία αυτό που είναι η φυλακή

4. έχω εμπειρία οργανική ή συναισθηματική, αισθάνομαι, νιώθω, δοκιμάζω, βιώνω,

el enfermo no ha experimentado mejoría, ο άρρωστος δεν έχει νιώσει αλλαγή,

Alfredo experimentó una gran pérdida con la muerte de su madre,

Ο Αλφρέδο βίωσε μια μεγάλη απώλεια με τον θάνατο της μητέρας του

5. υποβάλλομαι σε, υφίσταμαι, las temperaturas experimentarán un leve descenso,

οι θερμοκρασίες θα υποστούν ελαφρά πτώση

6. βιώνω ένα γεγονός= υφίσταμαι μια ήττα, experimentar una derrota

experimentación 1. θ, πειραματική μέθοδος, πειραματισμός, δοκιμή

se ha prohibido la experimentación con animales vivos,

απαγορεύτηκαν τα πειράματα σε ζώντα ζώα

2. σύνολο πειραμάτων, πειραματισμός, δοκιμή,

este producto está en fase de experimentación,

αυτό το προϊόν είναι σε φάση πειραματισμού, πειραματικό στάδιο

experimentado, da 1. ε, για άτομο, έμπειρος, -η, -o, πεπειραμένος, -η, -o,

electricista experimentado, ηλεκτρολόγος έμπειρος

2. διαπίστωση εμπειρική, για μέθοδο, τεχνική, método, técnica, δοκιμασμένος, -η, -o, utilizamos una técnica experimentada de empaquetar,

χρησιμοποιούμε μια δοκιμασμένη μέθοδο πακεταρίσματος

experimentador, ra 1. ε, α θ, που πειραματίζεται, πειραματιστικός, -ή, -ό,

πειραματιστής, -ια

experimental 1. ε, πειραματικός, -ή, -ó, método experimental, πειραματική μέθοδος procedimientos experimentales, πειραματικές μέθοδοι

en fase experimental, σε πειραματικό στάδιο

experimentalmente 1. επρ, πειραματικά

experto, ta 1. ε, α θ, πρχ εξ-περτ, εκ-πείρας= πολύ έμπειρος, -η, -ο σε κάτι λόγω εξάσκησης,

επιδέξιος, -α, -ο στο αντικείμενο του, ειδικός, -ή, -ό, ειδήμων, εμπειρογνώμων(ας)

este chico es un experto arreglando enchufes,

αυτό το παιδί είναι ειδικός στο να φτιάχνει πρίζες

experto en química, ειδήμων στην χημεία

me operó un experto cirujano, με χειρούργησε ενας επιδέξιος χειρούργος

expertamente 1. επρ, που πράττει με εμπειρία, σαν εξπέρ= επιδέξια

inexperto, ta 1. ε, μη-εξπερ= άπειρος, -η, -ο, ανειδίκευτος, -η, -ο

era joven e inexperto, ήταν νέος και άπειρος

2. α θ, οικ, άπειρος, άπειρη

perito 1. α θ, πρχ περιτο> με πείρα άτομο= ειδικός, εμπειρογνώμονας, πραγματογνώμονας

Un perito calígrafo analizará la firma en el cheque,

Ένας ειδικός στη γραφή θα αναλύσει την υπογραφή στην επιταγή

2. τεχνολόγος σε επιστήμη, perito químico, χημικός τεχνολόγος

3. σε ασφάλειες, εμπειρογνώμονας, πραγματογνώμονας

4. σνθ, perito agrícola, agrónomo τεχνολόγος γεωπόνος

perito en contabilidad, ορκωτός λογιστής

perito forense, νομ, δικαστικός πραγματογνώμονας

perito industrial, τεχνολόγος βιομηχανίας

perito judicial, νομ, δικαστικός πραγματογνώμονας

perito mercantil, ορκωτός λογιστής

perito tasador, εκτιμητής

perito, ta 1. ε, εξπέρ, ειδήμων, -ων, -ον, es un perito arreglando aparatos electrónicos,

είναι ειδήμων επισκευάζοντας ηλεκτρονικές συσκευές

perita 1. εκφ, perita en dulce, οικ, μτφ, πρχ σαν πειρατής σε γλυκό> πειρασμός=

όμορφη κι επιθυμητή κοπέλα

2. για πράγμα, χάρμα

3. για δουλειά, δραστηριότητα, απόλαυση

peritar 1. ρμ, πρχ εκ-πείρας βγάζω γνωμάτευση= διενεργώ πραγματογνωμοσύνη

peritación 1. θ, πραγματογνωμοσύνη

peritaje 1. α, πραγματογνωμοσύνη, εμπειρογνωμοσύνη

pericia 1. θ, πρχ εμ-πειρία, εξπέρ σε κάτι= ικανότητα, δεξιότητα σε επιστήμη, τέχνη,

la pericia de ese cirujano es famosa en todo el mundo,

η ικανότητα αυτού του χειρούργου είναι διάσημη σε όλο τον κόσμο

pericial 1. ε, εμπειρογνωμικός, -ή, -ό, πραγματογνωμικός, -ή, -ό,

prueba pericial, πραγματο-γνωμική δοκιμή= πραγματογνωμοσύνη

informe pericial, έκθεση πραγματογνωμοσύνης

impericia 1. θ, ανευ-εμπειρίας σε κάτι= αδεξιότητα, ανικανότητα

peligro 1. α, πρχ πελ-ιγρο> πειρ-άγω> κάτι με πειράζει= κίνδυνος,

no hay peligro, δεν υπάρχει κίνδυνος

huir del peligro, διαφεύγω τον κίνδυνο

¡peligro de muerte!, κίνδυνος-θάνατος

peligro de incendio, κίνδυνος πυρκαγιάς

una especie en peligro de extinción, ένα είδος που κινδυνεύει με εξαφάνιση

en peligro de muerte, σε θανάσιμο κίνδυνο.

2. σνθ, peligro público, δημόσιος κίνδυνος

3. εκφ, correr el peligro de, διατρέχω τον κίνδυνο να,

corremos el peligro de perder todos nuestros ahorros,

διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε όλες μας τις οικονομίες

correr peligro, διατρέχω έναν κίνδυνο, corres peligro si te quedas en la calzada,

διατρέχεις κίνδυνο αν μείνεις στον δρόμο

escapar de un peligro, ξεφεύγω από έναν κίνδυνο

estar en peligro, βρίσκομαι σε κίνδυνο

fuera de peligro, εκτός κινδύνου

poner en peligro, θέτω σε κίνδυνο

quien busca el peligro, en él perece, όποιος ψάχνει τον κίνδυνο, σε αυτόν παραμένει=

δεν πρέπει να παίζεις με τη φωτιά

peligrar πρχ πειρ-άγομαι= πειράζομαι από κάτι

1. ρα, κινδυνεύω, διατρέχω κίνδυνο, su puesto de trabajo peligra con la nueva medida,

η θέση εργασίας του κινδυνεύει με το νέο μέτρο

usted peligra en una ciudad tan violenta, κινδυνεύετε σε μια τόσο βίαιη πόλη

2. για πράγμα, κινδυνεύω, απειλούμαι, este edificio peligra, αυτό το κτίριο κινδυνεύει,

peligran nuestros valores, απειλούνται οι αξίες μας

3. εκφ, hacer peligrar, θέτω σε κίνδυνο, la nueva medida hace peligrar el equilibrio laboral, το νέο μέτρο θέτει σε κίνδυνο την εργασιακή ισορροπία

peligrosidad 1. θ, επικινδυνότητα

peligroso, sa 1. ε, επικίνδυνος, -η, -o, carretera peligrosa, επικίνδυνη λεωφόρος

delincuente peligroso επικίνδυνος κακοποιός

un negocio peligroso, μια επικίνδυνη δοσοληψία

2. παρα-κινδυνευμένος, -η, -ο, με ρίσκο, salto peligroso, σάλτο παρακινδυνευμένο

peligrosamente 1. επρ, επικίνδυνα, επικινδύνως

Scroll to Top