ESTROFA= ΠΡΧ ΣΤΡΟΦΗ, ΣΤΡΑΒΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
estrofa 1. θ, ποι, στροφή ποιήματος
anástrofe 1. θ, γρμ, αναστροφή
apostrofar 1. ρμ, βάζω απόστροφο
apostrofe 1. α θ, απόστροφος
apóstrofo 1. α, απόστροφος
catástrofe 1. θ, καταστροφή, όλεθρος
catastrófico, ca 1. ε, καταστροφικός, -ή, -ό, ολέθριος, -α, -ο
catastróficamente 1. επρ, καταστροφικά, ολέθρια
catastrofismo 1. α, καταστροφισμός αρσ, καταστροφολογία
catastrofista 1. ε, α θ, καταστροφολογικός, -ή, -ό, καταστροφολόγος
diastrofia 1. θ, ιατ, δια-στροφία= μετατόπιση οστού, μυός, τένοντα ή νεύρου
estrabismo 1. α, ιατ, στραβισμός
estrábico, ca 1. ε, α θ, αλλήθωρος, -η, -o
2. σχετικός, -ή, -ό με στραβισμό, άτομο με στραβισμό.
Estrabón 1. ονο, Στράβων
estreptococia 1. θ, ιατ, στρεπτοκοκκίαση
estreptococo 1. α, βιο, στρεπτόκοκκος
estreptomicina 1. θ, φρμ, στρεπτομυκίνη
estróbilo 1. α, βοτ, στρόβιλος
estrobo 1. α, ναυ, στρόφος
estroboscopia 1. θ, στροβοσκοπία
estroboscopio 1. α, στροβοσκόπιο
estrofantina 1. θ, ιατ, στροφανδίνη
estrofanto 1. α, βοτ, στρόφαντος
estróngilo 1. α, ζωλ, στρογγύλος
estrongilosis 1. θ, κτν, στρογγύλωση
extrofia 1. θ, ιατ, εκστροφή
zambo, ba 1. ε, α θ, πρχ ζα(μ)βος> στραβοκάνης, -α, -ικο, στραβοπόδης, -α, -ικο
zambo 1. α, ζωλ, υβριδικός πίθηκος αραχνών
zamborotudo, da, zamborondón, ona πρχ στραβο-ροδο= σαν στραβή ρόδα
1. ε, α θ, για πράγμα, χοντροφτιαγμένος, -η, -o
2. για άτομο, χοντρο-κομμένος, -η, -o