ESTRIBO= ΠΡΧ ΣΤΕΡΕΟ-ΒΟΛΟ> ΒΑΣΗ ΓΙΑ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΣΤΡΙΒΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
estribillo πρχ στριβιλο> αυτό που στρίβει λεκτικά> επαναλαμβάνεται
1. α, μτφ, ρεφρέν τραγουδιού, me gusta el estribillo, μου αρέσει το ρεφρέν,
un estribillo pegadizo, ένα πιασάρικο ρεφρέν
2. ποι, επωδός
3. σε ομιλία, επαναλαμβανόμενη λέξη ή κοινότοπη φράση, τροπάριο, el eterno estribillo,
το ίδιο τροπάριο
estribóte 1. α, ποι, παλαιά ποιητική σύνθεση με στροφές που στο τέλος έχουν μια επωδό
estrambote 1. α, οι, στίχοι που προστίθενται, περιπαικτικά, στο τέλος μιας ποιητικής σύνθεσης
estrambótico, ca 1. ε, α θ, που είναι στραβό, διαφέρει από το κανονικό, αλλόκοτος, -η, -ο, εκκεντρικός, -ή, -ό, lleva un vestido muy estrambótico, φορά ένα φόρεμα πολύ αλλόκοτο
2. για άτομο, παράξενος, -η, -ο, αλλόκοτος, -η, -ο, εκκεντρικός, -ή, -ό
estrambóticamente 1. επρ, αλλόκοτα, παράξενα, εκκεντρικά
estribo πρχ στερεο-βολο= εκεί που πατάει κάτι
1. α, αναβατήρας, αναβολέας αναβάτη, estribo de jinete
2. σκαλοπάτι οχήματος
3. υποπόδιο μηχανής
4. ανα, αναβολέας αυτιού
5. ατκ, αντηρίδα, αντέρεισμα τοίχου
6. ατκ, ακρόβαθρο θόλου
7. γεω, αντέρεισμα, παρώρεια
8. εκφ, hacer estribo con las manos, κάνω σκαλοπάτι με τα χέρια μου για να ανέβει κάποιος, βοηθάω κάποιον
perder los estribos, σε άλογο, χάνω τον έλεγχο
ή μτφ, χάνω τον έλεγχο στα νεύρα
ή μτφ, γίνομαι ανυπόμονος
andar, estar, alguien sobre los estribos, βαδίζει, στέκει κάποιος επί του αναβολέα=
προχωρά, πράττει με μεγάλη προσοχή
estribar 1. ρα, μτφ, στερεο-βολεί> έχει το στερεο-βολο> βάση του σε κάτι άλλο, έγκειται,
su éxito estriba en su buena suerte, η επιτυχία του έγκειται στην καλή του τύχη,
el problema estriba en su mala gestión, το πρόβλημα έγκειται στην κακή διαχείριση του
estribación 1. θ, γεω, αντέρεισμα, παρώρεια
estribadero 1. α, πρχ στερεο-βολο-μέρος= σημείο στήριξης
estribera 1. θ, αναβολέας