ESTOPA

ESTOPA= ΠΡΧ ΣΤΟΥΠΙ, ΠΡΧ ΣΤΟΦΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

estopa 1. θ, στουπί

2. εκφ, dar, repartir estopa, οικ, μτφ, μοιράζω στουπ= πλακώνω στο ξύλο, δίνω φούσκο

estopeño, ña 1. ε, στουπένιος, -α, -o

estopón 1. α, χοντρό στουπί

estopor 1. α, ναυ, στύπος

estopilla 1. θ, πρχ τουλπάνι, τουλουπάνι, τσαντίλα, είδος υφάσματος για στράγγισμα τυριού

estropajo 1. α, σφουγγάρι, σφουγγαράκι, σύρμα,

Solo conseguí limpiar la sartén con un estropajo,

Κατάφερα μόνο να καθαρίσω το τηγάνι με ένα σφουγγάρι τριψίματος

2. μτφ, πρχ στραπάτσο= άχρηστος άνθρωπος, χάσιμο χρόνου, σκουπίδι, απόβλητο

Ese hombre es un estropajo. Αυτός ο άνθρωπος είναι σκουπίδι

3. σνθ, estropajo de aluminio, σύρμα

estropajo metálico, σύρμα, συρμάτινο σφουγγαράκι

estropajoso, sa 1. ε, για υφή σαν στουπί, στυφός, -ή, -ό, ξηρός, -ή, -ό, σκληρός, -ή, -ό,

filete estropajoso, φιλέτο στυφό

2. για μαλλί, ινώδης, -ης, -ες, cabello estropajoso

3. μτφ, για άτομο, πράγμα σαν στουπί, κουρελιάρης, -α, -ικο,

ropa estropajosa, ρούχο κουρελιάρικο

4. μτφ, για γλώσσα, ακαταλαβίστικος, -η, -ο, ασυνάρτητος, -η, -ο, μπερδεμένος, -η, -ο

5. μτφ, για ομιλία, ακαταλαβίστικος, -η, -ο, ασυνάρτητος, -η, -ο, μπερδεμένος, -η, -ο

estopín 1. α, στρ, εξάρτημα πυροδότησης όπλου

estíptico, ca 1. ε, που στουπώνει το στομάχι= δυσκοίλιος, -α, -o

estiptiquez 1. θ, δυσκοιλιότητα

estofa 1. θ, ύφασμα στόφα

2. υτμ, μτφ, στόφα, ποιότητα

3. εκφ, de baja estofa, υτμ, μτφ, χαμηλής υποστάθμης, επιπέδου, gente de baja estofa,

άνθρωποι χαμηλής υποστάθμης

estofado πρχ στιφάδο= μαγειρεμένο σε στόφα

1. α, μαγ, ραγού κατσαρόλας

2. κεντητό ύφασμα, estofado de tela

3. σνθ, estofado de carne, vac, ternera, ραγού με κρέας, βοδινό, μοσχάρι στην κατσαρόλα

estofar 1. ρμ, μαγ, στόφα> σόμπα= μαγειρεύω ραγού, σιγοβράζω

2. για ύφασμα, κεντάω στόφα

estofado, da 1. ε, μαγ, σιγοβρασμένος, -η, -o, judías, patatas estofadas,

φασόλια, πατάτες σιγοβρασμένα

carne estofada, κρέας σιγοβρασμένο

2. κεντητός, -ή, -ó, un ropaje estofado, ένα κεντητό ένδυμα

Scroll to Top