ESTERA= ΠΡΧ ΣΤΟΡΙ ΨΑΘΙΝΟ Ή ΠΕΡΣΙΔΑ, ΨΑΘΑ,
ΠΡΧ ΣΠΑΡΤΟ> ΕΣΠΑΡΤΙΕΡΑ> ΕΣΤΕΡΑ= ΨΑΘΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
estor 1. α, στόρι, περσίδα
2. σνθ, estor veneciano, ρολό βενετσιάνικου τύπου
estera πρχ σαν στόρι = ψάθα, χαλάκι, πρχ σπαρτιερα> απο σπάρτο> εστέρα
1. θ, ψάθα
2. χαλί, ταπέτο
3. ποδόμακτρο, ψάθινο πατάκι, χαλάκι πόρτας
4. εκφ, recibir, llevarse más palos que una estera, οικ, μτφ, τρώω πιο πολλές ροπαλιές κι από ψάθα= τρώω το ξύλο της χρονιάς μου
esterar 1. ρμ, καλύπτω το δάπεδο με χαλάκια
2. ραντ, οικ, μτφ, ντύνομαι για χειμώνα νωρίς
estero 1. α, στόριασμα δαπέδου= κάλυψη δαπέδου με ψάθινα χαλάκια
2. περίοδο κάλυψης δαπέδου
esterilla 1. θ, ψάθινο λείφι, πατάκι
2. ψάθα για ξάπλα, esterilla de playa, ψάθα για την πλαζ
3. σιρίτι από αργυρό, χρυσό νήμα
4. σνθ, esterilla de baño, ποδόμακτρο, χαλάκι μπάνιου
esterilla eléctrica, ηλεκτρική, θερμαινόμενη κουβέρτα
esterería 1. θ, εργαστήριο, κατάστημα ψάθινων ειδών
esterero, ra 1. α θ, ψαθάς