ESTAÑO

ESTAÑO= ΠΡΧ ΕΣΤΑΝΙΟ> Κ-ΑΣΣΙΤΕΡΟΝ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

estalactita 1. θ, σταλακτίτης

estalagmita 1. θ, σταλαγμίτης

estalagmometría 1. θ, σταλαγμομετρία

estalagmómetro 1. α, σταλαγμόμετρο

estannato 1. α, χημ, κασσιτερικό άλας

estánnico, ca 1. ε, χημ, κασσιτερικός, -ή, -ó

estannífero, ra 1. α, χημ, κασσιτεροφόρος, -α, -o

estaño 1. α, χημ, πρχ κασσίτερος

estañar 1. ρμ, επικασσιτερώνω, γανώνω

estañado 1. α, επικασσιτέρωση, γάνωμα

2. υλικό κασσιτερώσεως, γανώματος

estañadura 1. θ, επικασσιτέρωση, γάνωμα

2. υλικό κασσιτερώσεως, γανώματος

estañador, ra 1. α θ, κασσιτερωτής, γανωματής, γανωματάς, γανωτής, καλαϊτζής

estañero, ra 1. α θ, κασσιτερωτής, γανωματής, γανωματάς, γανωτής, καλαϊτζής

restaño 1. α, τχν, πρχ περι-κασσιτερωση= επανεπικάλυψη με κασσίτερο

2. μτφ, σταμάτημα της ροής αίματος

2. μτφ, ύφασμα μπροκάρ

restañar 1. ρμ, τχν, επανεπικαλύπτω με κασσίτερο

2. μτφ, σταματώ τη ροή αίματος

3. ρα, μτφ, για άιμα, σταματώ να ρέω

restañadura 1. θ, τχν, επανεπικάλυψη με κασσίτερο

2. σταμάτημα της ροής

Scroll to Top