ESPUMA

ESPUMA= ΠΡΧ ΑΣΠΡΟ-ΜΑ> ΑΣΠΡΟ> ΑΦΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

espuma πρχ άσπρομα> ασπρο> αφρός, πρχ εσπουμα> αφρωμα> αφρος

1. θ, αφρός κυμάτων, espuma de olas

2. αφρός σαπουνιού, σαμπάνιας, μπύρας, espuma de jabón, champán, cerveza,

un baño de espuma, ένα αφρό-λουτρο

No le gusta la espuma en la cerveza, Δεν του αρέσει ο αφρός στην μπύρα

3. αφρός ξυρίσματος, μαλλιών, espuma de afeitar, para el pelo

4. αφρός φαγητού, quita la espuma al caldo, αφαίρεσε τον αφρό στο βραστό

5. αφρολέξ

6. ύφασμα μουσελίνα

7. οικ, μτφ, ο αφρός σε κάτι, αφρόκρεμα

8. σνθ, espuma de mar, αφρός της θάλασσας

pantalones de espuma, παντελόνι από ελαστικό υλικό

9. εκφ, subir, crecer como la espuma, οικ, σαν αφρός κάτι αυξάνει, ανεβαίνει γρήγορα,

la bolsa subió como la espuma, χρμ, το Χρηματιστήριο ανέβηκε σαν φούσκα

su prestigio como médico está creciendo como la espuma,

η αίγλη του σαν ιατρός αυξάνει σαν τον αφρό

hacer espuma, κάτι κάνει αφρό ή για κύματα, αφρίζω

espumar 1. ρμ, ξαφρίζω φαγητό, espuma un poco ese guiso, ξάφρισε λιγάκι αυτό το βραστό

2. ρα, αφρίζω για θάλασσα

3. κάνω αφρό, αφρίζω, Esa forma de tirar la cerveza hace que espume demasiado,

Αυτός ο τρόπος που σερβίρεις την μπύρα την κάνει να αφρίζει πολύ,

el jabón espuma, το σαπούνι κάνει αφρό

desespumar, despumar 1. ρμ, ξαφρίζω φαγητό, κάτι, Voy a despumar la cerveza,

Θα ξαφρίσω την μπύρα

espumado 1. α, άφρισμα

2. ξάφρισμα

espumadura 1. θ, άφρισμα

2. ξάφρισμα

espumadera 1. θ, κουτάλα τρυπητή για ξάφρισμα ή άλλη χρήση

espumajear 1. ρα, βγάζω αφρούς από το στόμα, αφρίζω,

el perro rabioso espumajeaba, ο λυσσασμένος σκύλος έβγαζε αφρούς

espumarajo 1. α, αφρός που βγάζω από το στόμα

2. εκφ, echar espumarajos por la boca, οικ, βγάζω αφρούς από το στόμα

espumajo 1. α, αφρός που βγάζω από το στόμα

espumante 1. ε, που έχει ή σχηματίζει αφρό, αφρώδης, -ης, -ες, αφρίζων, -ουσα, -ον

2. α, αφρώδες προϊόν, la cerveza contiene espumante, η μπύρα περιέχει αφρώδες προϊόν

espumilla 1. θ, ύφασμα κρεπ

espumillón 1. α, χριστουγεννιάτικη γιρλάντα

2. μεταξωτό κρεπ

espumoso 1. α, αφρώδης οίνος

espumoso, sa 1. ε, που έχει ή βγάζει πολύ αφρό, αφρώδης, -ης, -ες, αφρίζων, -ουσα, -ον,

jabón espumoso, σαπούνι αφρίζων

espumosidad 1. θ, αφρότητα σε κάτι, ιδιότητα του αφρώδους

pómez 1. θ, πρχ πομες> ασ-προ-μα> ελ-αφρό-πετρα, piedra pómez

apomazar 1. ρμ, γυαλίζω, λειαίνω, στιλβώνω με ελαφρόπετρα

Scroll to Top