ESPIRA

ESPIRA= ΠΡΧ ΣΠΕΙΡΑ, ΣΠΙΡΑΛ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

espira 1. γμτ, ατκ, σπείρα, ελικοειδής γραμμή

2. ζωλ, σπείρα

espiral 1. ε, σπειροειδής, -ής, -ές, ελικοειδής, -ής, -ές, Subimos el faro por la escalera espiral, Ανεβήκαμε τον φάρο από την σπειροειδής σκάλα

2. θ, ελικοειδής γραμμή,

3. σπιράλ τετραδίου

4. ελατήριο ρολογιού, El relojero me quería cobrar cien euros por colocar una espiral nueva,

Ο ωρολογοποιός ήθελε να μου χρεώσει 100 ευρώ για να βάλει ένα καινούργιο ελατήριο

5. μτφ, κλιμάκωση διαδικασίας, Las nuevas medidas económicas no lograron frenar la espiral inflacionaria, Τα νέα οικονομικά μέτρα δεν κατάφεραν να φρενάρουν την σπειροειδής πληθωριστική διαδικασία

6. σνθ, espiral inflacionaria, οκν, σπειροειδής πληθωριστική διαδικασία, δίνη πληθωρισμού

7. εκφ, en espiral, σε σχήμα σπιράλ, σπειροειδώς, ελικοειδώς, με σχηματισμό σπιράλ,

una escalera en espiral, μια σπειροειδής σκάλα

ή για κίνηση, ελικοειδώς, el avión descendió en espiral,

το αεροπλάνο κατέβηκε με ελικοειδή κίνηση

espiroidal 1. ε, σπειροειδής, -ής, -ές

espiroideo, a 1. ε, σπειροειδής, -ής, -ές

espirilo 1. α, ιατ, σπείριλλο

espirilosis 1. θ, ιατ, οποιαδήποτε ασθένεια προκαλείται από την παρουσία σπείριλλου στο αίμα ή τους ιστούς

espirea 1. θ, βοτ, σπειραία

espiroqueta 1. θ, βιο, σπειροχαίτη

Scroll to Top