ESPERAR= ΠΡΧ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ, ΣΠΑΘΙ, ΠΛΑΤΗ, ΣΠΑΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
véspero 1. α, αστρ, Έσπερος, Αποσπερίτης, Αφροδίτη
2. εσπερινός, τελευταίες ώρες απογεύματος
vespertino, na 1. ε, που γίνεται την εσπερινή ώρα, εσπερινός, -ή, -ó, απογευματινός, -η, -ó, sesión vespertina, απογευματινή προβολή
lucero vespertino, εσπερινό άστρο
2. αστν, εσπερινός, -ή, -ó, estrella vespertina, Έσπερος, Αποσπερίτης, Αφροδίτη
vespertino 1. α, απογευματινή εφημερίδα
vespertilio 1. α, ζωλ, νυχτερίδα με μεγάλα πόδια
vísperas 1. θ πλ, θρη, Εσπερινός
vesperal 1. α, θρη, εσπερινολόγιο
víspera 1. θ, ημέρα προηγούμενη, παραμονή, la víspera de la boda, η παραμονή του γάμου
ή χρόνος αναμονής, está en vísperas de la jubilación,
βρίσκεται σε αναμονή της συνταξιοδότησης
2. εκφ, en vísperas de, πρχ σαν εσπερινός του= την παραμονή, σε αναμονή του,
el proyecto está en vísperas de ser aprobado,
το πρότζεκτ βρίσκεται σε αναμονή του να εγκριθεί
Hesperia 1. ονο, ιστ, Εσπέρια
Hespérides 1. ονο, μυθ, Εσπερίδες
espádice 1. α, βοτ, πρχ σπάδιξ
espada πρχ σπαθί
1. θ, σπαθί, ξίφος, El caballero puso su espada sobre la mesa,
Ο ιππότης έβαλε το σπαθί του στο τραπέζι
2. ξιφο-μάχος, tenía fama de ser un gran espada,
είχε φήμη πως ήταν σπουδαίος ξιφομάχος
3. γμτ, βέλος
4. σνθ, espada blanca, απλό σπαθί
espada de dos filos, δί-κοπο σπαθί
espada negra, αθλ, ξίφος ασκήσεως
primer espada, ταυ, o κύριος ματαδόρ σε μια ταυρομαχία
ή σε επάγγελμα, δραστηριότητα, μτφ, νούμερο ένα
5. εκφ, blandir la espada, κραδαίνω το σπαθί
ceñirse la espada, ζώνομαι το σπαθί
desenvainar, desnudar la espada, ξε-θηκάρω, ξε-γυμνώνω, τραβάω σπαθί, ξε-σπαθώνω, entrechocar las espadas,δια-σταυρώνονται τα ξίφη
envainar la espada, θηκαρώνω το σπαθί
estar con las espadas en alto, βρίσκομαι με τα σπαθιά ψηλά= είμαι στα μαχαίρια
estar entre la espada y la pared, μεταξύ σπαθιού και τοίχου= μεταξύ σφύρας και άκμονος
poner a alguien entre la espada y la pared, βάζω σε κάποιον το μαχαίρι στο λαιμό
jugar la espada, ξιφ-ουλκώ
llevar la espada al cinto, έχω το σπαθί στο ζωνάρι
meter la espada hasta la guarnición, μπήγω το μαχαίρι στην καρδιά
sacar la espada, τραβάω σπαθί
espada 1. α, ματαδόρ
2. α θ, δεξιοτέχνης ξιφομάχος
espadas 1. θ πλ, σπαθιά στην τράπουλα
espadero, ra 1. α, πρχ σπαθ-άρης, ξιφο-ποιός ή πωλητής σπαθιών
espadachín 1. α, δεξιοτέχνης ξιφο-μάχος
espadín 1. α, πρχ σπάθιον = ξιφ-ίδιο
2. ζωλ, σαρδελό-ρεγγα
espadón 1. α, οικ, στρ, με σπαθιά= άτομο ιεραρχικά ψηλά, γαλονάς, με παράσημα
2. για άτομο ψηλά στην κοινωνία
espadaña 1. θ, βοτ, τύφη
2. κωδωνο-στάσιο, επειδή είναι σαν σπαθί τράπουλας το κτίσμα
espadilla 1. θ, πρχ σπαθ-ούλα= διακριτικό των ιπποτών του τάγματος του Αγίου Ιακώβου
2. άσσος «σπαθί» στα χαρτιά
3. ναυ, λαγουδέρα, σαν σπαθ-ούλα
espátula 1. θ, σπάτουλα
2. φρμ, τεχ, σπάτουλα, παλέτα για μίξη χρωμάτων, υλικών
3. ορν, χουλιαρο-μύτα, με πλατιά μύτη
espata 1. θ, σπάθη
espato 1. α, ορυ, πρχ σπαθο-κρύσταλλος με σαφείς έδρες
2. σνθ, espato de Islandia, ορυ ισλανδική κρύσταλλος, ασβεστίτης
espato flúor, φθορίτης
espático, ca 1. ε, ορυ, σχετικός, -ή, -ó με κρύσταλλο με σαφείς έδρες
feldespato 1. α, ορυ, άστριος
espalda 1. θ πλάτη σώματος, ράχη, dolor de espalda, πόνος στην πλάτη
túmbese de espaldas, ξαπλώστε με την πλάτη= ανά-σκελα
2. πλάτη φορέματος, la espalda del vestido, η πλάτη του φορέματος
3. αθλ, ύπτιο κολύμπι
4. εκφ, caer, caerse de espaldas κυρ, μτφ, πέφτω ανάσκελα
cargado de espaldas, καργαρισμένος στην πλάτη= καμπούρης
cubrirse las espaldas, καλύπτω τα νώτα μου
dar la espalda a algo, γυρίζω την πλάτη σε κάτι, στρέφω τα νώτα μου
da, volverse la espalda a alguien, κυρ, μτφ, γυρίζω την πλάτη σε κάποιον, αγνοώ κάποιον
donde la espalda pierde su honesto, santo nombre, οικ,
όπου η πλάτη χάνει το τιμημένο, άγιο όνομα της = εκεί που δεν πιάνει μελάνι
echarse algo a, sobre las espaldas, το ρίχνω στην πλάτη = παίρνω κάτι πάνω μου
hacer algo a espaldas de alguien, κάνω κάτι στην πλάτη = κρυφά από κάποιον
herir por la espalda, χτυπάω πισώ-πλατα
medirle a alguien las espaldas, οικ, του μετρώ τις πλάτες = κάνω κάποιον τουλούμι στο ξύλο ponerse de espaldas, γυρίζω την πλάτη μου
ser ancho de espaldas, έχω φαρδιές πλάτες
tener buenas espaldas, las espaldas anchas, έχω γερό στομάχι, πλάτη και αντέχω
tener espaldas de molinero, έχω δυνατές πλάτες (μυλωνά), έχω πλατάρες
tener guardadas, cubiertas las espaldas, έχω καλυμμένα τα νώτα μου
tirar, tumbar de espaldas, οικ, ρίχνω, τουμπάρω με την πλάτη από κάτι=
te cuento algo que es para tumbar de espaldas, σου λέω κάτι και θα πέσεις κάτω
volver la espalda, γυρίζω την πλάτη
espaldar 1. α, σπαλιέρα, καφασωτό για φυτά
2. ράχη πανοπλίας
3. ζωλ, καβούκι χελώνας
4. πλάτη καρέκλας, σε παγκάκι
espaldear 1. ρμ, ναυ, πρχ πλατιάζω τα κύματα= χτυπώ την πρύμνη στα κύματα
espaldera 1. θ, σπαλιέρα, καφασωτό για φυτά
espalderas 1. θ πλ, αθλ, πολύ-ζυγο, επειδή ακουμπάς την πλάτη
espaldarazo 1. α, μτφ, καταξίωση σε επάγγελμα, δραστηριότητα, ομάδα ατόμων, σαν να σε δέχονται σαν άξιο, σαν χτύπημα στην πλάτη
2. ιστ, άγγιγμα στον ώμο με το πλατύ μέρος σπαθιού για να χριστεί κάποιος ιππότης
3. εκφ, darle el espaldarazo a alguien, του δίνω καταξίωση ή στήριξη σε κάποιον,
Le dio un espaldarazo a su hijo, Του έδωσε μια στήριξη στον γιό του
espaldarcete 1. α, σπαλέτα, επωμίδα
espaldista 1. α θ, αθλ, πρχ υπτ-ιστής= κολυμβητής, -ια ύπτιου
espaldilla 1. θ, ράχη αλόγου
2. ωμοπλάτη χοίρου
3. σπάλα αγελάδας
4. ωμοπλάτη
espaldón 1. α, πρό-χωμα, αντι-στήριξη για χώμα, νερά, σαν πλάτη μεγάλη
espaldonarse 1. ραντ, στρ, πρχ καλύπτομαι πίσω από πλάτη> χαράκωμα, περι-χαρακώνομαι
espalera 1. θ, σπαλιέρα, κιγκλίδωμα, διχτυωτό πλέγμα για φυτά αναρρίχησης
despaldar 1. ρμ, ραντ, πρχ ξε-πλατιάζω= κάνω ζημιά στην πλάτη
desespaldar 1. ρμ, ραντ, τραυματίζω την πλάτη
despaldillar, despaletillar 1. ρμ, σπάω την ωμο-πλάτη, σπάλα σε ζώο
2. οικ, μτφ, ξε-πλατιάζω= μαυρίζω, σπάω στο ξύλο κάποιον
despaldilladura 1. θ, σπάσιμο της ωμοπλάτης, σπάλας σε ζώο
2. μτφ, ξυλοκόπημα σε κάποιον
respaldar πρχ περι-πλατιάζω κάποιον, κάτι= βάζω πλάτη, στηρίζω ηθικά, υλικά
1. ρμ, στηρίζω ένα σχέδιο, εταιρία, προσυπογράφω,
la mayoría de los países respalda el plan,
οι περισσότερες χώρες προσυπογράφουν το σχέδιο
le respalda una multinacional, τον στηρίζει μια πολυεθνική
Nuestro partido respaldó la rebelión que derrocaría a la dictadura,
Το κόμμα μας υποστήριξε την εξέγερση που θα ανέτρεπε τη δικτατορία
2. μτφ, ενισχύω κάτι, επιβεβαιώνω, el descubrimiento respalda su teoría,
η ανακάλυψη αυτή ενισχύει τη θεωρία του
3. ραντ, respaldarse en, ακουμπώ, στηρίζομαι με την πλάτη,
se respaldó en un banco, ακούμπησε με την πλάτη στο παγκάκι
4. μτφ, στηρίζομαι, se respalda siempre en su madre, στηρίζεται πάντα στην μητέρα του
respaldo 1. α, πλάτη καθίσματος, El respaldo de la silla es curvo y hecho de plástico,
Η πλάτη της καρέκλας είναι κυρτή και κατασκευασμένη από πλαστικό
2. μτφ, στήριγμα, υποστήριξη, πλάτη σε κάτι ηθική, υλική,
Me gradué gracias al respaldo de mi familia,
Αποφοίτησα χάρη στην υποστήριξη της οικογένειάς μου
3. σνθ, respaldo abatible, ανα-διπλούμενη πλάτη
respaldar 1. α, πλάτη καθίσματος
esperar πρχ περι-μένω, εσπερινός= αναμένω την αυριανή ημέρα
1. ρμ, περιμένω κάποιον, κάτι σε μέρος, esperar el autobús, περιμένω το λεωφορείο
te esperaremos en el café, θα σε περιμένουμε στο καφέ
¡espérame, que voy contigo! περίμενέ με, έρχομαι μαζί σου!
2. περιμένω= προσδοκώ να συμβεί κάτι, esperamos que no sea nada,
ελπίζουμε να μην είναι τίποτα
No espero nada bueno de esta reunión,
Δεν προσδοκώ τίποτα καλό από αυτήν την συνάντηση
espera aprobar, ελπίζει να περάσει
3. εύχομαι να γίνει κάτι, έχω πίστη, ελπίζω, espero que se recupere pronto,
ελπίζω να ανακτήσει τις δυνάμεις του σύντομα
4. ρα, περιμένω, espera en este despacho, περιμένει σε εκείνο το γραφείο
5. περιμένω παιδί, είμαι έγκυος, ¿para cuándo esperas? πότε με το καλό η γέννα;
6. esperar a, περιμένω να, esperaré a que vuelva, θα περιμένω να γυρίσει
7. ραντ, για πρόβλεψη, αναμένονται, se esperan lluvias abundantes,
αναμένονται βροχές πολλές
8. αναμένω, περιμένω, espérate un momento, περίμενε μια στιγμή
9. μτφ, αναμένω κάτι να συμβεί, περιμένω, no me esperaba este aumento de sueldo,
δεν περίμενα αυτή την αύξηση του μισθού
no me esperaba eso de ti, δεν το περίμενα αυτό από εσένα
10. esperarse a, έχω ελπίδα σε κάτι να γίνει, περιμένω να,
no te esperes a que nadie pague tus deudas,
μην περιμένεις να πληρώσει άλλος τα χρέη σου
11. εκφ, esperar sentado, οικ, μτφ, περιμένω καθιστός= κάτσε συ και σου ’φεξε
como era de esperar, όπως ήταν αναμενόμενο
espera y verás περίμενε και θα δεις!, στοίχημα!= πως θα συμβεί
quien espera desespera πρμ, όποιος περιμένει απελπίζεται=
δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την αναμονή
cuando menos se lo espera alguien, όταν δεν το περιμένει κάποιος,
cuando menos te lo esperes, te llamará,
θα σου τηλεφωνήσει τη στιγμή που δεν θα το περιμένεις
espera πρχ εσπέρα, εσπερινός, περιμένω> αναμονή
1. θ, αναμονή για κάποιον, Vamos a tener una espera de cinco horas en el aeropuerto,
Θα έχουμε μια αναμονή πέντε ωρών στο αεροδρόμιο
2. αναμονή, ελπίδα, προσδοκία να συμβεί κάτι
3. μτφ, ικανότητα υπομονής, νοητικά, ψυχικά και να μην παρασύρομαι, αταραξία,
Hay que tener espera si quieres trabajar con niños chiquitos,
Πρέπει να έχεις υπομονή αν θέλεις να εργαστείς με μικρά παιδιά
4. καρτέρι σε κυνήγι, ενέδρα
5. νομ, αναβολή, παράταση προθεσμίας
6. εκφ a la, en espera de, σε αναμονή, en espera de su respuesta, le envío un cordial saludo αναμένοντας την απάντησή σας, σας στέλνω τους πιο θερμούς μου χαιρετισμούς
tener espera, μπορεί να περιμένει, este asunto no tiene espera,
αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να περιμένει
esperado, da 1. ε, για γεγονός, πολυ-αναμενόμενος, -η, -o,
por fin llegó la fecha del esperado partido,
επιτέλους έφτασε η μέρα του πολυ-αναμενόμενου παιχνιδιού
2. για πρόβλεψη, ανα-μενόμενος, -η, -o, fue el resultado esperado,
επήλθε το ανα-μενόμενο αποτέλεσμα
desesperar πρχ δεν-περιμένω κάτι= αφαιρώ την ελπίδα, απ-ελπίζω
1. ρμ, απελπίζω, απογοητεύω κάποιον, los resultados lo desesperaron,
τα αποτελέσματα τον απογοήτευσαν
este chico me desespera, αυτό το παιδί με απελπίζει, πιάνει απελπισία μαζί του
2. ρα, απελπίζομαι, απογοητεύομαι, ¡tranquilo, no desesperes!
ψυχραιμία! μην απελπίζεσαι!
3. ραντ, δεν-περιμένω άλλο ψυχικά= αγανακτώ, me desespero que lleguen tarde,
αγανακτώ, με πιάνει απόγνωση αν φτάσουν αργά
desesperación 1. θ απελπισία, απογοήτευση, ¡qué desesperación no poder ver!
τι απελπισία να μην μπορεί κανείς να δει!
lloraba de desesperación, έκλαιγε από απελπισία
2. εκφ, causar desesperación, προκαλώ απελπισία, φέρνω σε απόγνωση, κάνω έξω φρενών con desesperación, με απελπισία, απελπισμένα, απεγνωσμένα
ser una desesperación είναι σκέτη απελπισία, απογοήτευση
desesperado, da 1. ε, απελπισμένος, -η, -ο, απεγνωσμένος, -η, -o,
una decisión desesperada, μια απόφαση απελπισίας
2. εκφ, a la desesperada, σαν απέλπιδα προσπάθεια, απεγνωσμένα, απονενοημένα
tener a alguien desesperado, έχω= φέρνω κάποιον σε απόγνωση
desesperado, da 1. α θ, απελπισμένος, απελπισμένη
2. εκφ, como un desesperado, οικ, σαν ενας απελπισμένος= απελπισμένα, απεγνωσμένα
desesperante 1. ε, απελπιστικός, -ή, -ó, una lentitud desesperante,
μια απελπιστική βραδύτητα
desesperadamente 1. επρ, απελπισμένα, απεγνωσμένα
inesperado, da 1. ε, α-προσδόκητος, -η, -o, ανα-πάντεχος, -η, -o, ξαφνικός, -ή, -ó,
una llamada inesperada ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα
inesperadamente 1. επρ, με τρόπο ανέλπιστο, ανέλπιστα
2. απρόσμενα, ξαφνικά
esperanza 1. θ ελπίδα, aún hay esperanzas υπάρχουν ακόμα ελπίδες
2. θρη προσδοκία, ελπίδα, la esperanza consuela a los infelices,
η ελπίδα παρηγορεί τους δυστυχείς
3. μαθ προσδοκία
4. σνθ esperanza de vida προσδόκιμο ζωής.
5. εκφ dar esperanzas a alguien, δίνω ελπίδες σε κάποιον,
no me dieron muchas esperanzas, δεν μου έδωσαν πολλές ελπίδες
la esperanza es lo último que se pierde, πρμ, η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία
recobrar la esperanza, αρχίζω να ελπίζω ξανά
desesperanza 1. θ, απελπισία, se notaba una cierta desesperanza en sus palabras,
φαινόταν μια κάποια απελπισία στα λόγια του
esperanzar 1. ρμ, δίνω ελπίδα σε κάποιον, no nos esperanzaron mucho,
δεν μας έδωσαν πολλές ελπίδες
2. ραντ, μου δίνω ελπίδα, ενθαρρύνομαι, se esperanzaron al oir la nueva,
γέμισαν ελπίδα με το που άκουσαν το νέο
esperanzado, da 1. ε, ελπιζόμενος, -η, -ο, που ελπίζει, αισιόδοξος, -η, -ο,
estar esperanzado con algo, είμαι με ελπίδες, αισιόδοξος για κάτι,
Estoy esperanzado de que este año será bueno,
Είμαι αισιόδοξος ότι φέτος θα είναι καλά
esperanzador , a 1. ε, ελπιστικός, -ή, -ό, ενθαρρυντικός, -ή, -ό, ελπιδο-φόρος, -α, -o,
resultados esperanzadores, ενθαρρυντικά αποτελέσματα
esperanzadamente 1. επρ, ελπιδοφόρα, με ελπίδα
prosperar πρχ υπερ-σπορίζω= έχω καλά αποτελέσματα, πορεία
1. ρα, για επιχειρήσεις, άτομο, ευ-ημερώ, προ-κόβω, los negocios prosperan,
οι δουλειές πάνε καλά
es el alcalde de la ciudad, ¡cómo ha prosperado!,
είναι δήμαρχος της πόλης, πόσο πρόκοψε!
2. για σχέδιο, γνώσεις, προοδεύω, los conocimientos sobre este tema han prosperado
oι γνώσεις πάνω σε αυτό το θέμα έχουν προχωρήσει
3. για ιδέα, πετυχαίνω, ευδοκιμώ, la idea no prosperó, η ιδέα δεν ευδοκίμησε
prosperidad 1. θ, ευημερία αγαθών, ατόμου, προκοπή
2. ευδοκίμηση σχεδίου, ιδέας
próspero, ra 1. ε, πρχ υπερ-σπορίζων= ακμάζων, -ουσα, -ον, ανθηρός, -ή, -ó,
ευ-ήμερος, -η, -ο, comercio próspero, ακμάζων, ανθηρό εμπόριο
feliz Navidad y próspero año nuevo, χαρούμενα Χριστούγεννα και νέο χρόνο ευ-ήμερο
prósperamente 1. επρ, με ευημερία
espasmo 1. α, σπασμός
espasmódico, ca 1. ε, ιατ σπασμωδικός, -ή, -ό, σπασμώδης, -ης, -ες
espasmofílico, ca 1. α θ, ιατ, άτομο που υποφέρει από σπασμοφιλία
espástico, ca 1. ε, ιατ, σπαστικός, -ή, -ó
pasmo πρχ σ-πασμός
1. α, κατάπληξη απο κάτι
2. λιποθυμία
3. ιατ, τέτανος
4. εκφ, darle a alguien un pasmo, οικ, του δίνει σε κάποιον σπασμό= συγκοπή,
cuando lo escuchó casi le da un pasmo, όταν το άκουσε παραλίγο να πάθει συγκοπή
pasmar πρχ αφήνω σε σπασμό κάποιον, κόκκαλο
1. ρμ, ραντ, καταπλήσσω, απο-σβολώνω, su respuesta me ha pasmado,
η απάντησή του με άφησε σε σπασμό= κατέπληξε
2. ρμ, ραντ, αφήνω άναυδο, αποσβολώνω, σοκάρω,
La noticia pasmó a toda la familia, y ninguno sabía que pensar,
Τα νέα σόκαραν όλη την οικογένεια και κανείς δεν ήξερε τι να σκεφτεί
3. ρμ, ραντ, μτφ, πρχ πασμα > πάγωμα = παγώνω,
anoche en la plaza me quedé pasmado, εχτές το βράδυ στην πλατεία πάγωσα
No salgas sin abrigo o te vas a pasmar, Μην βγεις χωρίς παλτό, αλλιώς θα παγώσεις
4. ραντ, για φυτά, παγώνω, todos los rosales se pasmaron, όλες οι τριανταφυλλιές πάγωσαν
5. μτφ, σ-πάζομαι= λιπο-θυμώ, estuvo a punto de pasmarse, ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει
6. για χρώμα, βερνίκι, πρχ σπάζω= ξεθωριάζω, con el tiempo los colores se van pasmando,
με τον καιρό, τα χρώματα σπάζουν, ξεθωριάζουν
7. ιατ, κολλάω τέτανο, και έχω σπασμούς
pasmado, da 1. ε, σπασμένος ψυχικά= αποσβολωμένος, -η, -ο, εμβρόντητος, -η, -o,
cuando le dije que soy homosexual me miró pasmado,
όταν του είπα πως είμαι γκέι με κοίταξε αποσβολωμένος
2. χαμένος, -η, -o στο μυαλό, ¿qué haces ahí pasmado? ¡pero entra!
τι κάθεσαι εκεί σαν χαμένος; μπες!
3. παγωμένος, -η, -o, llegaron pasmados por la nieve, έφθασαν παγωμένοι από το χιόνι
las hojas pasmadas, τα παγωμένα φύλλα
4. α θ, για άτομο, σπασμένος από χάρη¡ άχαρος, -η, ατζαμής
5. εκφ, dejar a alguien pasmado, αφήνω κάποιον σπασμένο= άναυδο,
me dejó pasmado, με κούφανε, άφησε άναυδο
quedarse pasmado, μένω εμ-βρόντητος
pasmoso, sa 1. ε, οικ, πρχ σπασμώδης> τα σπάει= εκπληκτικός, -ή, -ό, καταπληκτικός, -ή, -ó,
tiene una habilidad pasmosa para dibujar, έχει μια εκπληκτική ικανότητα στην ζωγραφική
pasmosamente 1. επρ, καταπληκτικά, εκπληκτικά
pasma πρχ μ-πασ-κινα ή πασμα> πολισμαν
1. θ, οικ, μτφ, μπάτσοι, μπασκίνες, μπατσαρία
2. α θ, μπασκίνας, μπάτσος, -ίνα
pasmarota 1. θ, οικ, σκέρτσα, νάζια, επειδή κινείσαι με σπασμούς σώματος
pasmarote 1. α, οικ, μτφ, σαν σπασμένος> χαζός, no te quedes ahí como un pasmarote,
μην κάθεσαι εκεί σαν χαζός
posma 1. ε, α θ, για άτομο, πρχ σπασμένος από ενέργεια, χωρίς ζωντάνια,
απαθής, -ής, -ές, νωθρός, -ή, -ό
2. θ, νωθρότητα, βραδύτητα, απραγμοσύνη
polispasto, polipasto 1. α, μχν πολύ-σπαστο, σύσπαστο, παλάγκο
trispasto, tripasto 1. α τρί-σπαστο
espagírica 1. θ, μετ, πρχ σπάω+αγείρω= μεταλλουργική, τέχνη καθαρισμού μεταλλευμάτων
esperanto 1. α, Εσπεράντο γλώσσα
esperantista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με το Εσπεράντο, εσπεραντιστής, -ια