ESLORA

ESLORA= ΠΡΧ ΣΑ-ΛΟΥΡΙ ΜΕΤΡΗΣΗΣ, ΠΡΧ ΛΩΡΙΔΑ> ΜΗΚΟΣ

eslora 1. θ, ναυ, ολικό μήκος (LOA), un yate con 30 metros de eslora,

ένα γιοτ ολικού μήκους 30 μέτρων

esloras 1. θ πλ, ναυ, κυματοθραύστης σκάφους, πρχ σα σκληρά μέρη

Scroll to Top