ESCUELA

ESCUELA= ΣΧΟΛΕΙΟ, ΣΧΟΛΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

escuela 1. θ, κυρ, μτφ, σχολείο, Ir a la escuela, Πηγαίνω στο σχολείο,

El director de la escuela, Ο διευθυντής του σχολείου,

prefieren aprender en la escuela de la calle,

προτιμούν να μαθαίνουν στο σχολείο του δρόμου

2. σχολή, Escuela de arte dramático, Σχολή δραματικής τέχνης

3. σνθ, Escuela Oficial de Idiomas στην Ισπανία, κρατική σχολή εκμάθησης ξένων γλωσσών

Escuela Politécnica, Πολυτεχνείο

escuela universitaria, πανεπιστημιακό ίδρυμα

escuela de educación especial, σχολείο ειδικής αγωγής , εκπαίδευσης

escuela de equitación, σχολή ιππασίας

escuela de náutica, σχολή ναυσιπλοΐας

escuela de párvulos, primaria, νηπιαγωγείο , δημοτικό

escuela laica, municipal, privada, λαϊκό, του Δήμου, ιδιωτικό σχολείο

4. εκφ, faltarle a alguien escuela, λείπει σε κάποιον σχολή= δεν έχει κάποιος τρόπους

la escuela de la vida, το σχολείο της ζωής

formar, hacer escuela, δημιουργώ σχολή

ser de la vieja escuela, είμαι της παλιάς σχολής

tener buena escuela, έχω εκπαιδευτεί καλά

escolanía 1. θ, θρη, σαν σχολή= χορωδία νεαρών ιεροψαλτών

escolano 1. α, θρη, πρχ σχολιανός ψάλτης, νεαρός μαθητής σχολής ιεροψαλτών

escolar 1. ε, σχολικός, -ή, -ό, μαθητικός, -ή, -ó,

actividades escolares, σχολικές δραστηριότητες

El calendario escolar, Το σχολικό ημερολόγιο

El año escolar, Η σχολική χρονιά

2. α θ, μαθητής, -ια, cuando era un escolar llevaba pantalones cortos,

όταν ήμουν μαθητής φορούσα κοντά παντελονάκια

escolaridad 1. θ, σύνολο μαθημάτων που παρακολουθεί ο μαθητής

2. διάρκεια των μαθημάτων, σπουδών

3. σνθ, escolaridad obligatoria, υποχρεωτική εκπαίδευση ,φοίτηση

escolarizar 1. ρμ, σχολικο-ποιώ = εκπαιδεύω σε σχολείο, παρέχω σχολική εκπαίδευση,

Es obligación del estado escolarizar a todos los niños a partir de los cuatro años,

Είναι υποχρέωση του κράτους να παρέχει σχολική εκπαίδευση σε όλα τα παιδιά από την ηλικία των τεσσάρων ετών

escolarización 1. θ, πρχ σχολικο-ποίηση= εκπαίδευση, φοίτηση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα

extraescolar 1. ε, εκπ, εξωσχολικός, -ή, -ó

postescolar 1. ε, μετασχολικός, -ή, -ό

preescolar 1. ε, προσχολικός, -ή, -ό

escolástica 1. θ, φλφ, σχολαστικισμός

escolasticismo 1. α, φλφ, σχολαστικισμός

2. σχολαστικότητα

escolástico, ca 1. ε, α θ, σχολαστικός, -ή, -ó

neoescolástica 1. θ φλφ, νεοσχολαστικισμός

neoescolasticismo 1. α, φλφ, νεοσχολαστικισμός

neoescolástico, ca 1. ε, φλφ, νεοσχολαστικιστικός, -ή, -ó, νεοσχολαστικιστής, -ια

escoliar 1. ρμ, σχολιάζω γραπτά κείμενα, υπομνηματίζω

escoliasta 1. α θ, σχολιαστής, -ια, ερμηνευτής, -ια έργου, κειμένου

escolio 1. α, σχόλιο σε κείμενο για να εξηγήσει

escoliador, ra 1. α θ, σχολιαστής, -ια, ερμηνευτής, -ια

escolapio, a 1. α θ, θρη, μοναχός, -ή,

ή μαθητής, -ια των «Ευσεβών Σχολών»

esquema πρχ σχήμα

1. α, αναπαράσταση για κάτι υλικό ή όχι, σχέδιο, σκίτσο, σχήμα, σχεδιάγραμμα

un esquema de tu casa, ένα σχέδιο του σπιτιού σου

2. μτφ, σύνοψη, σχήμα για μια ομιλία, θεωρία, γραπτό, από τα πιο κύρια πράγματα

Un esquema de la teoría μια σύνοψη> σχήμα από την θεωρία

3. μτφ, σχήμα> τρόπο σκέψης που έχει κάποιος,

si aceptas el trabajo, tienes que cambiar esquemas,

αν δεχτείς την δουλειά πρέπει να αλλάξεις τρόπο σκέψης

4. εκφ, romperle los esquemas a alguien, οικ, του σπάω τα σχέδια σε κάποιον=

τον βγάζω από αυτό που είχε κατά νου, αποπροσανατολίζω

esquematizar 1. ρμ, σχηματίζω, παρουσιάζω κάτι σε σχήμα, συνοψίζω,

El siguiente diagrama esquematiza el proceso implicado en la fabricación de estos productos

Το παρακάτω διάγραμμα συνοψίζει τη εμπλεκόμενη διαδικασία στην κατασκευή αυτών των προϊόντων

esquematización 1. θ, σχηματοποίηση, σύνοψη

esquematismo 1. α, σχηματισμός, παρουσίαση ιδέας, υλικού,

el esquematismo de sus clases a veces es excesivo,

η παρουσίαση των μαθημάτων του ενίοτε είναι υπερβολική

esquemático, ca 1. ε, σχηματικός, -ή, -ó, συνοπτικός, -ή, -ό,

nos dio una explicación muy esquemática,

μας έδωσε μια εξήγηση πολύ σχηματική

esquemáticamente 1. επρ, σχηματικά, συνοπτικά

eunuco 1. α, ευνούχος

entelequia 1. θ, φλφ, εντελέχεια

2. μτφ, φαντασιοκοπία, lo que tu propones es una entelequia, es algo imposible,

αυτό που εσύ προτείνεις είναι μια φαντασιοκοπία, είναι κάτι αδύνατο

héctico, ca 1. ε, ιατ, εκτικός, -ή, -ó

hetiquez 1. θ, ιατ, πρχ χτικιό, φυματίωση

hético, ca 1. ε, ιατ, φυματικός, -ή, -ó

2. μτφ, λγτ, πρχ χτικιό, κάτισχνος, -η, -o, πολύ αδύνατος, -η, -o

3. α θ, πρχ χτικιό, φυματικός, -ή

hectóreo, a 1. ε, λγλ, la hectárea fortaleza, η δύναμη του Έκτορα

entecado, da πρχ πρχ εν-εκτικός= καχεκτικός

1. ε, καχεκτικός, -ή, -ό, ισχνός, -ή, -ό

2. χτικιάρης= ασθενικός, -ή, -ό, φιλάσθενος, -η, -ο

enteco, ca πρχ εν-χτικιό= σαν χτικιό

1. ε, καχεκτικός, -ή, -ό, ισχνός, -ή, -ό

2. χτικιάρης= ασθενικός, -ή, -ό, φιλάσθενος, -η, -ο

Scroll to Top