ESCOBA= ΠΡΧ ΣΚΟΥΠΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escoba πρχ σκούπα
1. θ, σκούπα για σκούπισμα, σάρωθρο, ¿has pasado la escoba por la sala?
πέρασες την σκούπα απο, σκούπισες στην αίθουσα;
2. παιχνίδι με χαρτιά όπου οι παίκτες προσπαθούν να συγκεντρώσουν 15 πόντους
3. βοτ, σκούπα, κύτισος, δρόγκος, αμμόχορτο
4. εκφ, ser más tieso que una escoba, οικ, μτφ, είναι πιο τέζα κι από σκούπα=
είναι σα να έχει καταπιεί σκουπόξυλο
no vender una escoba, οικ, δεν πουλώ σκούπα= βαράω μύγες, δεν καταφέρνω τίποτα
escoba nueva barre bien, πρμ, καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω
escobajo 1. α, σάρωθρο
2. μτφ, σαν σάρωθρο, το κοτσάνι από τσαμπί με σταφύλια
descobajar 1. ρμ, βοτ, βγάζω το μίσχο από το τσαμπί
escobar 1. ρμ, σκουπίζω, Estuve escobando la casa porque estaba llena de polvo,
Σκούπισα το σπίτι γιατί ήταν γεμάτο σκόνη
escobazo 1. α, σκούπισμα
2. εκφ, dar un escobazo, κάνω ένα σκούπισμα
de un escobazo, οικ, μτφ, με μια σκουπιά= τσακ-μπαμ, μεμιάς, στο άψε-σβήσε,
no puedes resolver los problemas de un escobazo,
δεν μπορείς να λύσεις τα προβλήματα στο άψε-σβήσε
echar a alguien a escobazos, οικ, μτφ, πετάω έξω κάποιον με τις κλωτσιές
escobera 1. θ, βοτ, γενίστη η σφακελωτή, σαρό-θαμνος
escobilla πρχ σκουπ-ούλα
1. θ, σκουπάκι
2. μτφ, βούρτσα, una escobilla para limpiar las migas de la mesa,
μια βούρτσα για να καθαρίζουμε τα ψίχουλα από το τραπέζι
3. μτφ, ελαστικό υαλοκαθαριστήρα, escobilla limpiaparabrisas, υαλο-καθαριστήρας
4. βοτ, ερείκη
5. ηκλ, μτφ, ψήκτρα
6. μσκ, βούρτσα της τζαζ για ντραμς
7. σνθ, escobilla del retrete, del váter, del water, βουρτσάκι τουαλέτας, πιγκάλ
escobillar 1. ρμ, περνάω με την βούρτσα, βουρτσίζω, voy a escobillar la chimenea,
θα βουρτσίσω την καμινάδα
escobillón 1. α, στρ, σφουγγάρι, μάκτρο καθαρισμού κάνης
2. εκφ, limpiar con escobillón, καθαρίζω με βουρτσάκι
escobón 1. α, σκούπα με μακρύ σκουπό-ξυλο
2. σκουπάκι
3. βούρτσα για καπνοδόχο