ESCENA

ESCENA= ΠΡΧ ΣΚΗΝΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

escena πρχ σκηνή

1. θ, σκηνή θεάτρου σαν χώρος, el actor ya está en escena,

ο ηθοποιός είναι ήδη στην σκηνή

2. σκηνή ταινίας, el protagonista no muere hasta la segunda escena,

ο πρωταγωνιστής δεν πεθαίνει μέχρι την τελευταία σκηνή

3. τέχνη θεατρική, ερμηνευτική, en escena este actor no tiene rival,

στην θεατρική τέχνη αυτός ο ηθοποιός δεν έχει αντίπαλο

4. θεατρικό γένος, la escena española en aquella época fue muy fructífera,

το ισπανικό θέατρο εκείνη την εποχή υπήρξε πολύ καρποφόρο

5. μτφ, σκηνή, γεγονός πραγματικό που προκαλεί προσοχή,

aquella señora indignada ofrecía una escena grotesca,

εκείνη η αγανακτισμένη κυρία πρόσφερε μια σκηνή απρεπής

6. μτφ, περιβάλλον, κατάσταση που γίνεται κάτι, la escena deportiva europea,

η ευρωπαική αθλητική σκηνή

7. σκηνή σαν συμπεριφορά, νούμερο, se enfadó y nos hizo una escena,

νευριασε και μας έκανε σκηνή

8. σνθ, escena de cama cine, ερωτική σκηνή

escena del crimen, τόπος του εγκλήματος

escena retrospectiva, φλας-μπακ.

9. εκφ, desaparecer de escena, αποσύρομαι από το προσκήνιο

entrar en escena, εμφανίζομαι στο προσκήνιο

hacer, montar una escena a alguien, οικ, μτφ, κάνω σκηνή σε κάποιον

llamar a escena, θτρ, καλώ επί σκηνής

llevar a la escena, ανεβάζω στην σκηνή (έργο)

poner en escena, θέτω απι σκηνής= σκηνοθετώ

rodar una escena, γυρίζω μια σκηνή σε κινηματογράφο

salir a escena, βγαίνω στη σκηνή

volver a la escena, επανέρχομαι στο προσκήνιο, επανεμφανίζομαι

escenario 1. α, σκηνή, σκηνικό, estar en el escenario, βρίσκομαι στη σκηνή,

el director busca escenarios tenebrosos, ο σκηνοθέτης ψάχνει σκηνικά ζοφερά

2. μτφ, σκηνικό όπου γίνεται κάτι, περιβάλλον, όπου διαδραματίζεται κάτι, πλαίσιο,

este fue el escenario de nuestro encuentro,

αυτό υπήρξε το σκηνικό της δικής μας συνάντησης

3. για συμβάν, πράξη, έγκλημα, τόπος, σκηνή που γίνεται κάτι,

una ambulancia acudió al escenario del accidente,

ένα ασθενοφόρο έσπευσε στον τόπο του ατυχήματος,

escenario del crimen, ο τόπος του εγκλήματος

4. εκφ, pisar el escenario, πατάω, ανεβαίνω στη σκηνή, βγαίνω στο σανίδι

tener como, por escenario, λαμβάνω χώρα, la reunión tuvo por escenario la capital,

η συνέλευση έλαβε χώρα στην πρωτεύουσα

escénico, ca 1. ε, σκηνικός, -ή, -ό

escenografía 1. θ, θτρ, σκηνογραφία, la escenografía es muy vanguardista,

η σκηνογραφία είναι πολύ αβαντγκάρντ

2. σκηνικά, σύνολο διακόσμησης σκηνής, aún no han colocado toda la escenografía,

ακόμα δεν έχουν τοποθετήσει όλα τα σκηνικά

3. σκηνογραφία χορευτών, καλλιτεχνών

escenográfico, ca 1. ε, σκηνογραφικός, -ή, -ó

escenógrafo, fa 1. α θ, σκηνογράφος

proscenio 1. α, θτρ, προσκήνιο, χώρος ανάμεσα σε σκηνή και κοινό ή σκηνής και ορχήστρας

escenificar πρχ σκηνο-φιάχνω, σκηνοθετώ

1. ρμ, ανεβάζω, στήνω θεατρικό έργο, escenificó "La Bruja" y la llevó al cine,

ανέβασε την Μάγισσα και την πήγε στο σινεμά

2. για κείμενο, νοβέλα, αναπαριστώ θεατρικά, μεταφέρω στην σκηνή, διασκευάζω για το θέατρο, escenificaron "Hamlet" con mucho éxito,

αναπαράστησαν τον Άμλετ με πολλή επιτυχία

3. ερμηνεύω ενα ρόλο, a la actriz le costó mucho escenificar el suicidio,

στην ηθοποιό της κόστισε πολύ να ερμηνεύσει την αυτοκτονία

4. αναπαριστώ σκηνή εγκλήματος, γεγονότος

5. μτφ, βγάζω επι σκηνής κάτι= το δείχνω ξεκάθαρα,

los partidos han escenificado su desunión, τα κόμματα έχουν δείξει τον διάσπαση τους

escenificación 1. θ, αναπαράσταση έργου, ανέβασμα

2. θεατρική διασκευή, la compañía propuso una escenificación muy vanguardista,

o θίασος πρότεινε μια πολύ πρωτοποριακή θεατρική διασκευή

3. ερμηνεία ρόλου

4. πράξη και αποτέλεσμα του escenificar

esquil 1. α, πρχ σκίουρος

esquirol 1. α θ, υτμ, σκιερός> που δουλεύει στην σκιά της απεργίας=

απεργοσπάστης, -ια, ανταπεργός, κίτρινος εργάτης

periscio, a 1. α θ, πρχ περι-σκιος, κάτοικος πολικού κύκλου

centella πρχ καντήλι= λάμψη στο σκοτάδι

1. θ, λάμψη αστραπής

2. σπίθα

3. εκφ, rápido como una centella, γρήγορος σαν αστραπή

centellón 1. α, έντονη λάμψη αστραπής

centellear 1. ρα, πρχ καντηλίζω= σπινθηροβολώ, αστράφτω, ακτινοβολώ,

los relámpagos centellearon durante toda la noche, οι αστραπές άστραφταν όλη την νύχτα

2. μτφ, ακτινοβολώ για μάτια, sus ojos centelleaban de emoción,

τα μάτια του ακτινοβολούσαν απο συγκίνηση

centelleo 1. α, σπινθήρισμα, λάμψη, ακτινοβόλημα

centelleante 1. ε, σπινθηροβόλος, -α, -ο, αστραφτερός, -ή, -ό, ακτινοβόλος, -α, -ο

cintilar 1. ρα, σπινθηροβολώ, τρεμοφέγγω, τρεμολάμπω, λαμπυρίζω,

las estrellas cintilaban, τα αστέρια λαμπύριζαν

Scroll to Top