ENOJAR

ENOJAR= ΠΡΧ ΕΝΟΧΑΡ> ΕΝΟΧΛΩ, ΘΥΜΩΝΩ, ΕΚΝΕΥΡΙΖΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

enojar 1. ρμ, θυμώνω, εξοργίζω, el tono de la respuesta enojó al profesor,

Ο τόνος της απάντησης εξόργισε τον δάσκαλο

2. ενοχλώ, εκνευρίζω, νευριάζω, el ruido enoja bastante a los músicos,

Ο θόρυβος ενοχλεί αρκετά τους μουσικούς,

El estado lamentable del césped ha enojado a los futbolistas,

Η άθλια κατάσταση του γηπέδου έχει εκνευρίσει τους παίκτες

3. ραντ, θυμώνω, εξοργίζομαι, vas a conseguir que me enoje, πας φιρί φιρί να με θυμώσεις

4. ενοχλούμαι, είμαι ενοχλημένος, ¿Por qué te enojas conmigo? Yo no dije nada,

Γιατί είσαι ενοχλημένος μαζί μου; Εγώ δεν είπα τίποτα

5. τσακώνομαι, μαλώνω, se enojaron por una bobada, τσακώθηκαν για μια βλακεία

6. μτφ, ξεσπώ, μαίνομαι, el mar se enoja cuando sopla viento del norte,

η θάλασσα μαίνεται όταν φυσά βοριάς

7. enojarse con, θυμώνω, εξοργίζομαι, εκνευρίζομαι, τα βάζω με κάποιον,

No te enojes con tus hijos, no saben lo que hacen,

Μην θυμώνεις με τα παιδιά σου, δεν ξέρουν τι κάνουν

enojo 1. α, οργή, θυμός, εκνευρισμός, νεύρα, Tendrás que aprender a controlar el enojo,

Θα πρέπει να μάθεις να ελέγχεις τον θυμό σου

puso cara de enojo, πήρε ένα θυμωμένο ύφος

2. μτφ, ενόχληση, σκοτούρα, έννοια, πρόβλημα, Los enojos de la vida no le parecían tan importantes después del accidente, Οι σκοτούρες της ζωής δεν του φαίνονταν και τόσο σημαντικές μετά το ατύχημα

enojado, da 1. ε, θυμωμένος, -η, -o, οργισμένος, -η, -o, εκνευρισμένος, -η, -ο,

Jorge está muy enojado porque se le perdió su nuevo celular,

Ο Χόρχε είναι πολύ θυμωμένος επειδή έχασε το καινούργιο του κινητό τηλέφωνο

está enojada con sus padres, είναι θυμωμένη με τους γονείς της

enojoso, sa 1. ε, ενοχλητικός, -ή, -ó, εξοργιστικός, -ή, -ó, εκνευριστικός, -ή, -ό,

Qué enojosos son los vecinos con sus fiestas hasta tarde,

Τι ενοχλητικοί είναι οι γείτονες με τα πάρτι τους μέχρι αργά

2. μτφ, ανιαρός, -ή, -ό, ανυπόφορος, -η, -ο, δυσάρεστος, -η, -ο, αμήχανος, -η, -ο,

Por favor no vuelvas a hacerme pasar por una situación tan enojosa,

Σε παρακαλώ, μην με κάνεις να ξαναπεράσω μια τόσο αμήχανη κατάσταση

enojadizo, za 1. ε, που ενοχλείται εύκολα= ευερέθιστος, -η, -o, οξύθυμος, -η, -o,

su papá es un tipo gruñón y enojadizo,

ο μπαμπάς του είναι ένας τύπος γκρινιάρης και οξύθυμος

desenojar 1. ρμ, πρχ ξ-ενοχλώ= ηρεμώ, καθησυχάζω, κατευνάζω, ξεθυμώνω, καλμάρω,

¿Dónde está Martín? – Está ocupado en este momento, tratando de desenojar a un cliente,

Πού είναι ο Μάρτιν; – Είναι απασχολημένος αυτή τη στιγμή, προσπαθώντας να μην ηρεμήσει έναν πελάτη

2. ραντ, ηρεμώ, καλμάρω, ¡Ay, desenójate! El enojo no te va a llevar a ningún lado,

Ω, ηρέμησε! Ο θυμός δεν θα σε οδηγήσει πουθενά

Scroll to Top