ENERGÍA

ENERGÍA= ΠΡΧ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΕΡΓΟ, ΠΡΧ ΟΡΓΑΝΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

energía 1. θ, κυρ, μτφ, ενέργεια

energética 1. θ, επιστήμη για ενέργεια, ενεργητική

energético, ca 1. ε, ενεργειακός, -ή, -ό, σχετικό με ενέργεια,

ahorro energético, ενεργειακή οικονομία, εξοικονόμηση ενέργειας

fuentes energéticas, ενεργειακές πηγές

2. που παράγει ενέργεια, ενεργειακός, -ή, -ό, alimentos energéticos, τρόφιμα ενεργειακά

enérgicamente 1. επρ, με ενέργεια= έντονα, δυναμικά,

todos los países condenaron enérgicamente la guerra,

όλες οι χώρες καταδίκασαν έντονα τον πόλεμο

enérgico, ca 1. ε, κυρ, μτφ, ενεργητικός, -ή, -ó, δραστήριος, -α, -ο, έντονος, -η, -ο

energúmeno, na 1. α θ, μτφ, ενεργούμενος απο νεύρα= τρελάρας, θηρίο απο νεύρα, δαιμονισμένος, -η, δαιμονιόληπτος, -η, salió hecho un energúmeno de la sala,

βγήκε γενόμενος ενα θηρίο απο την αίθουσα

2. κυρ, δαιμονισμένος, -η, διαβολεμένος, -η

ergonomía 1. θ, εργονομία

ergonómico, ca 1. ε, εργονομικός, -ή, -ó

ergosterol 1. α, ιατ, εργοστερόλη

ergoterapeuta 1. α θ, ιατ, εργασιοθεραπευτής, -ια

ergotina 1. θ, φρμ, εργοτίνη

exergo 1. α, έξεργο

parergon 1. α, στολισμός

inorgánico, ca 1. ε, ανόργανος, -η, -ο

liturgia 1. θ, θρη, λειτουργία

2. σνθ, liturgia de las horas, λειτυργία των ωρών

litúrgico, ca 1. ε, λειτουργικός, -ή, -ό

sergas 1. θ πλ, πρχ έργα σπουδαία= άθλοι, ανδραγαθήματα, κατορθώματα

2. εκφ, las sergas de Esplandián, λγτ, τα κατορθώματα του Eσπλανδιάν

asinergia 1. θ, ανα, ασυνεργία

sinergia 1. θ, συνέργεια

sinérgico, ca 1. ε, συνεργικός, -ή, -ó

sinergismo 1. α, βιο, συνέργεια, συνεργισμός, συνεργική δράση

taumaturgia 1. θ, θαυματουργία

taumaturgo 1. α, θαυματοποιός

arganeo 1. α, ναυ, δακτύλιος άγκυρας πλοίου

argón 1. α, χημ, αργό

erg, ergio 1. α, φσκ, έργιο

ergástula 1. θ, ιστ, φυλακή για εργαστές= σκλάβους> ειρκτή της εποχής της Αρχαίας Ρώμης

ergástulo 1. α, ιστ, ειρκτή της εποχής της Αρχαίας Ρώμης

alergia 1. θ, κυρ, μτφ, αλλεργία

2. σνθ, alergia primaveral, ανοιξιάτικη αλλεργία

3. εκφ, dar, producir alergia, δίνει, παράγει αλλεργία κάτι,

el queso le da alergia, το τυρί του προκαλεί αλλεργία

tener alergia, κυρ, μτφ, έχω αλλεργία, είμαι αλλεργικός σε, tiene alergia a la penicilina,

είναι αλλεργικός στην πενικιλίνη

tiene alergia a los actores, οι ηθοποιοί του προκαλούν αλλεργία

alergénico, ca 1. ε, αλλεργιογόνος, -ος, -o, που προκαλεί αλλεργία

alérgeno, na, 1. ε, αλλεργιογόνος, -ος, -o

alérgeno, 1. α, αλλεργιογόνο, ουσία που προκαλεί αλλεργία

alérgico, ca 1. ε, κυρ, μτφ, αλλεργικός, -ή, -ó

alergista 1. α θ, αλλεργιολόγος

aiergodermia 1. θ, ιατ, αλλεργική δερματίτιδα

alergología 1. θ, ιατ, αλλεργιολογία

alergológico, ca 1. ε, αλλεργιολογικός, -ή, -ó

alergólogo, ga 1. α, ιατ, αλλεργιολόγος

órgano 1. α, ανα, όργανο

2. μτφ, όργανο, este periódico es el órgano del partido,

αυτή η εφημερίδα είναι το όργανο του κόμματος

3. μσκ, εκκλησιαστικό όργανο

4. σνθ, órgano de manubrio, μσκ, όργανο μανούβρας= ρομβία, λατέρνα

órgano electrónico, ηλεκτρονικό όργανο (αρμόνιο)

órgano ejecutivo, εκτελεστικό όργανο

órgano vital, ζωτικό όργανο

órganon 1. α, φλφ, όργανον

el Órganon Aristóteles, το Όργανον

organoterapia 1. θ, οργανοθεραπεία

orgasmo 1. α, οργασμός

orgía 1. θ, οργιο

orgiástico, ca 1. ε, οργιαστικός, -ή, -ó

anorgasmia 1. θ, ιατ, ανοργασμία

organicismo 1. α, ιατ, κοι, ατκ, βιο, οργανικισμός

organicista 1. ε, αθ, του οργανικισμού, οπαδός θεωρίας του οργανικισμού

orgánico, ca 1. ε, οργανικός, -ή, -ó, compuesto orgánico, οργανική ένωση

crecimiento orgánico, οργανική ανάπτυξη

abono orgánico, οργανικό λίπασμα

organigrama 1. α, οργανόγραμμα

organillero, ra 1. α θ, οργανοπαίκτης, -ια ρομβίας, λατέρνας

organillo 1. α, μσκ, ρομβία, λατέρνα, οργανάκι

organillo de manivela, ρομβία, λατέρνα

organista 1. α θ, μσκ, οργανοπαίκτης, -ια

organismo 1. α, οργανισμός

2. σνθ, organismo modificado genéticamente, γενετικά τροποποιημένος οργανισμός

microorganismo 1. α, βιο, μικροοργανισμός

orgánicamente 1. επρ, οργανικά

organito 1. α, βιο, οργανίδιο

organizar 1. ρμ, διοργανώνω ενα γεγονός, μια δουλειά, οργανώνω, ετοιμάζω,

Voy a organizar una fiesta sorpresa para mi hermana,

Θα διοργανώσω ένα πάρτι έκπληξη για την αδερφή μου

Organizamos una reunión del consejo de padres y maestros cada mes,

Κάθε μήνα διοργανώνουμε συνεδρίαση του συμβουλίου γονέων και δασκάλων

2. οργανώνω, βάζω σε σειρά κάτι, He organizado los libros por género y luego por autor,

Έχω οργανώσει τα βιβλία ανά είδος και μετά ανά συγγραφέα,

tengo que organizar mis papeles, πρέπει να οργανώσω τα αρχεία μου

3. οικ, μτφ, κάνω, παράγω, στήνω κάτι, σαν να το οργανώνω,

Los manifestantes organizaron un tremendo lío afuera de la reunión del G6,

Οι διαδηλωτές δημιούργησαν τεράστιο χάος έξω από τη συνεδρίαση της G6,

organizaron un barullo terrible, έστησαν ενα σαματά τρομερό

4. για άτομο, οργανώνομαι για κάτι, ετοιμάζομαι,

Me tengo que organizar mejor para aprovechar el tiempo,

Πρέπει να οργανωθώ καλύτερα για να αξιοποιήσω τον χρόνο μου

organización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του organizar, organizarse

El proyecto necesita una planificación y organización meticulosa,

Το έργο απαιτεί ενα σχολαστικό σχεδιασμό και οργάνωση,

la biblioteca ha propuesto una nueva organización del material,

Η βιβλιοθήκη έχει προτείνει μια νέα οργάνωση του υλικού

2. οργάνωση, ίδρυμα σαν δομή, οντότητα, han fundado una organización benéfica,

έχουν ιδρύσει ενα φιλανθρωπικό ίδρυμα

3. σνθ, organización no gubernamental, μη κυβερνητική οργάνωση

organizado, da 1. ε, οργανωμένος, -η, -o, La biblioteca está muy bien organizada,

Η βιβλιοθήκη είναι πολύ καλά οργανωμένη

organizador, ra 1. ε, α θ, οργανωτικός, -ή, -ó, (δι)οργανωτής, -ια

organizativo, va 1. ε, οργανωτικός, -ή, -ó, sentido organizativo, οργανωτική ικανότητα

modelo organizativo, οργανωτικό μοντέλο

desorganizar 1. ρμ, αποδιοργανώνω κάτι

2. αποδιοργανώνω κάτι με σειρά, no me desorganices los archivos,

μην μου αποδιοργανώνεις τα αρχεία

3. απορρυθμίζω, αποσυντονίζω, las huelgas desorganizaron el país,

οι απεργίες απορρυθμίσανε την χώρα

4. ραντ, αποδιοργανώνομαι, αποσυντονίζομαι, απορρυθμίζομαι,

desorganización 1. θ, αποδιοργάνωση

desorganizado, da 1. ε, αποδιοργανωμένος, -η, -o, αποσυντονισμένος, -η, -o

desorganizadamente 1. επρ, ανοργάνωτα, ασυντόνιστα

reorganizar 1. ρμ, αναδιοργανώνω

2. πολ, ανασχηματίζω

reorganización 1. θ, αναδιοργάνωση

2. πολ, ανασχηματισμός

Scroll to Top