ENCOMIO

ENCOMIO= ΠΡΧ ΕΓΚΩΜΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

encomio 1. α, λογ, εγκώμιο, εγκωμιασμός, su forma de actuar fue digna de encomio,

η εργασία του ήταν άξια εγκωμιασμού

encomiar 1. ρμ, λογ, εγκωμιάζω, εξυμνώ, los críticos encomiaban su obra,

οι κριτικοί εγκωμίασαν το έργο του

encomiasta 1. α θ, εγκωμιαστής

encomiástico, ca 1. ε, λογ, εγκωμιαστικός, -ή, -ó, Fue un discurso encomiástico,

Ήταν ένας εγκωμιαστικός λόγος

encomiable 1. ε, άξιος, -η, -ο εγκωμίου, αξιέπαινος, -η, -ο, acción encomiable,

πράξη αξιέπαινη

Scroll to Top