ENCENDER= ΠΡΧ ΕΝ-ΚΑΝΔΗΛΙΖΩ, ΑΝΑΒΩ, ΠΡΧ ΚΑΝΔΗΛΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
candela πρχ κανδήλα
1. θ, κερί
2. μτφ, φωτιά, pedía candela para el cigarrillo, ζητούσε φωτιά για το τσιγάρο του
3. βοτ, άνθος καστανιάς, δρυός της φελλοφόρου
4. φσκ, καντέλα
5. εκφ, arrimar candela, μτφ, οικ, δέρνω, σπάω στο ξύλο
dar candela, μτφ, οικ, ξυλοφορτώνω
en candela, ναυ, κάθετα
candelabro 1. α, κηρο-πήγιο, κηροστάτης με 2 ή παραπάνω βραχίονες
2. κάκτος κήρινος, κηρίων
candelada 1. θ, πυρά
candelaria 1. θ, βοτ, φλόμος, βερβάσκο
2. εκφ, la Candelaria, η γιορτή της Υπαπαντής
candelera 1. θ, καντηλέρι, κηροπήγιο
2. λάμπα λαδιού
3. στύλος ψαρέματος για πυροφάνι
4. ναυ, στυλίσκος, ορθοστάτης
5. εκφ, estar en el candelera, μτφ, είμαι στο προσκήνιο
poner en el candelero, φέρνω στο προσκήνιο
candelilla 1. θ, κεράκι
2. βοτ, άνθος της βελανιδιάς
3. βοτ, καντελίλα
4. εκφ, con candelillas en los ojos, οικ, γυαλίζουν τα μάτια από το μεθύσι
candeal 1. ε, μτφ, σαν κανδήλα, σιτάρενιος, -α, -ο, harina candeal, σιταρένιο αλεύρι
pan candeal, σιταρένιο ψωμί
trigo candeal, σίτος, σιτάρι
candaliza 1. θ, ναυ, συστολέας
candamo 1. α, παλιός χορός χωρικών
candil 1. α, καντήλι, λάμπα λαδιού
2. μτφ, κορυφή ελαφοκεράτου
3. μτφ, κόγχη καπέλου
4. εκφ, ni buscado con candil, οικ, μτφ, ούτε ψαγμένο με κανδύλι= όπου και να ψάξεις, καλύτερο δε θα βρεις
pescar al candil, ψαρεύω τη νύχτα με φανάρι
candilejo 1. α, βοτ, αγρόστεμμα το γιθάγινο
candileja 1. θ, βοτ, μτφ, αγρόστεμμα
candilejas 1. θ πλ, μτφ, θτρ, κανδήλια= ράμπα, τα φώτα της ράμπας
encandilar πρχ εν-κανδηλίζω, κανδηλιάζω σαν κανδήλι, πρχ εν-κανδηλαρ> εν-καθηλώνω,
1. ρμ, πρχ σαν κανδήλα θαμπώνω, τυφλώνω,
la linterna lo encandilaba, ο φακός τον τύφλωνε
2. δυναμώνω φωτιά, Usé un atizador junto a la chimenea para encandilar el lumbre,
Χρησιμοποίησα ένα υποδαυλιστήρι δίπλα στο τζάκι για να δυναμώσω τη φωτιά
3. μτφ, καταπλήσσω, καθηλώνω, θαμπώνω, σαν κανδήλα,
su trabajo encandiló al director, η δουλειά του κατέπληξε τον διευθυντή
no conseguirá encandilarme con sus promesas,
Δεν θα καταφέρει να με θαμπώσει με τις υποσχέσεις του
La biblioteca le encandiló por su extraordinaria arquitectura y la increíble cantidad de libros,
Η βιβλιοθήκη τον καθήλωσε λόγω της εξαιρετικής αρχιτεκτονικής της και του απίστευτου αριθμού βιβλίων
3. μτφ, γοητεύω, σαγηνεύω ερωτικά, ανάβω, πυροδοτώ, σαν κανδήλι,
su mirada me encandila, το βλέμμα του με σαγηνεύει, ανάβει,
El agradable encuentro de Sara con su ex-novio encandiló viejos sentimientos de amor,
Η ευχάριστη συνάντηση της Sara με τον πρώην φίλο της πυροδότησε παλιά συναισθήματα αγάπης
4. ραντ, για μάτια, σπινθηροβολώ, κανδηλιάζομαι, se encandiló por beber demasiado licor,
κανδήλιασε στα μάτια επειδή ήπιε πολύ ποτό
5. encandilarse con, μτφ, θαμπώνομαι, μένω έκθαμβος, καταπλήσσομαι, εκστασιάζομαι, καθηλώνομαι, Los jueces del concurso de canto se encandilaron con la voz de Benjamín,
Οι κριτές διαγωνισμού τραγουδιού έμειναν έκθαμβοι με τη φωνή του Benjamín,
me encandilado con el estadio de Real, έχω θαμπωθεί με το στάδιο της Ρεάλ
6. για άτομο, σαγηνεύομαι, γοητεύομαι ερωτικά, se encandiló al ver a esa chica tan guapa,
σαγηνεύτηκε όταν είδε αυτή την τόσο όμορφη κοπέλα
7. θαμπώνομαι, Paulina se encandiló cuando prendí la luz de su cuarto esta mañana,
Η Παυλίνα θαμπώθηκε όταν άναψα το φως στο δωμάτιό της σήμερα το πρωί
encandilamiento πρχ κανδήλιασμα
1. α, πράξη και αποτέλεσμα του encandilar, encandilarse
2. κατάπληξη ατόμου, έκσταση, καθήλωση ψυχική απο εντύπωση
3. λάμψη ματιών, σπιρτάδα
encandilado, da πρχ κανδηλιασμένος
1. ε, για άτομο, θαμπωμένος, -η, -o, έκθαμβος, -η, -o
los niños miraban encandilados el escaparate de la juguetería,
Τα παιδιά κοίταζαν έκθαμβα τη βιτρίνα των παιχνιδιών
2. για μάτια, σπινθηροβόλος, -α, -o, λαμπερός, -ή, -ó
candencia 1. θ, λευκοπύρωση, πυράκτωση μετάλλου
incandescencia 1. θ, πυράκτωση
candente 1. ε, λευκοπυρωμένος, -η, -ο, πυρωμένος, -η, -ο, πυρακτωμένος, -η, -o,
hierro candente, πυρωμένος σίδηρος
2. μτφ, για ζήτημα, πρόβλημα, φλέγων, -ουσα, -ον, un tema candente, ένα φλέγον θέμα
incandescente 1. ε, εν-κανδηλίζων= πυρακτωμένος, -η, -ο
candor 1. α, μτφ, σαν κανδήλα λευκό= ειλικρίνεια, aprecio el candor, εκτιμώ την ειλικρίνεια
2. απλοϊκότητα σε τρόπους
3. αθωότητα, αγνότητα ψυχική, el candor de la infancia, η αγνότητα της παιδικής ηλικίας
candoroso, sa 1. ε, ειλικρινής, -ής, -ες
2. απλοϊκός,-ή, -ό
3. αθώος, -α, -ο, , αγνός, -ή, -ό
candorosamente 1. επρ, με ειλικρίνεια, απλοϊκότητα, αγνότητα
cándidamente 1. επρ, μτφ, με ειλικρίνεια, αθωότητα, απλοϊκά, αγνά
candidato, ta 1. α θ, μτφ, υποψήφιος, -ια, επειδή έπρεπε να είναι αγνός σαν κανδήλα,
es candidato a la presidencia, είναι υποψήφιος πρόεδρος
precandidato, ta 1. α θ, πολ, προυποψήφιος, -ια
candidatura 1. θ, υποψηφιότητα για αξίωμα, pocos apoyan su candidatura,
λίγοι υποστηρίζουν την υποψηφιότητά του
2. συνδυασμός υποψηφίων, encabeza una candidatura de izquierdas,
είναι επικεφαλής του συνδυασμού υποψηφίων της αριστεράς
3. εκφ, presentar, retirar una candidatura, θέτω, βάζω, αποσύρω την υποψηφιότητα
candidez 1. θ, αθωότητα ψυχική, la candidez de un niño, η αθωότητα ενός παιδιού
2. αφέλεια ψυχική, μυαλού, απλοϊκότητα,
"¿Cómo hago eso?", preguntó Rubén con la candidez de un niño,
«Πώς μπορώ να το κάνω αυτό;» ρώτησε ο Ρούμπεν με την ειλικρίνεια ενός παιδιού
cándido, da 1. ε, αθώος, -α, -o ψυχικά, es cándido como un bebé,
είναι αθώος σαν μικρό παιδί
2. αφελής, -ής, -ές ψυχικά, νοητικά, αγαθιάρης, -α, -ικο, χαζός, -ή, -ó,
te han engañado por cándido, σ’ έπιασαν κορόιδο
alma cándida, αγαθιάρα ψυχή
zascandilear 1. ρα, οικ, μτφ, πρχ σαν-κανδήλι> πάω με το καντήλι απο δώ κι απο κεί,
χάνω τον χρόνο μου, σουλατσάρω, se pasa el día zascandileando por la calle,
Περνά τη μέρα σουλατσάρωντας στο δρόμο
2. μτφ, γυρίζω με το κανδήλι σαν να χώνω τη μύτη μου παντού, σκαλίζω
zascandileo 1. α, μτφ, χάσιμο χρόνου, σουλατσάρισμα
2. σκάλισμα σε ξένες υποθέσεις, ανακάτεμα
zascandil 1. α, οικ, σουλατσαδόρος, τεμπελοχανάς, χαραμοφάης,
Estos políticos son todos zascandiles que no hacen nada de provecho para nuestro país,
Αυτοί οι πολιτικοί είναι όλοι χαραμοφάηδες που δεν κάνουν τίποτα χρήσιμο για τη χώρα μας
2. ανακατωσιάρης
candidiasis 1. θ, ιατ, καντιντίαση
cándida 1. θ, ιατ, κάντιντα
cicindela 1. θ, ζωλ, κάνθαρος τίγρης
encandecer 1. ρμ, πυρακτώνω μέταλλο
encandelar 1. ρα, μτφ, ανθίζω, σαν κανδήλια τα άνθη
encendedor 1. α, πρχ εν-κανδηλο-τήρας= αναπτήρας
2. σνθ, encendedor de cocina, αναπτήρας γκαζιού
encender πρχ εν-κανδηλίζω
1. ρμ, ανάβω, Ella encendió una vela para poder ver por dónde caminaba,
Αυτή άναψε ένα κερί για να μπορέσει να βλέπει πού περπατούσε
2. προκαλώ πυρκαγιά, ανάβω, una hoguera mal apagada encendió el bosque,
μια κακώς σβησμένη φωτιά προκάλεσε πυρκαγιά στο δάσος
2. μτφ, ανάβω συσκευή, Lo primero que hace cada mañana es encender la televisión,
Το πρώτο πράγμα που κάνει κάθε πρωί είναι να ανοίγει την τηλεόραση
3. μτφ, για τρόφιμο, ουσία, καίω, La pimienta enciende la lengua,
Το πιπέρι καίει την γλώσσα
4. μτφ, ανάβω τα αίματα, πυροδοτώ σύγκρουση, πόλεμο, προκαλώ, ξεσπώ,
tú siempre enciendes las peleas entre los niños,
εσυ πάντα πυροδοτείς τους καυγάδες μεταξύ των παιδιών
5. ξυπνώ, ανάβω συναίσθημα, aquella aria encendió el entusiasmo del público,
εκείνη η άρια άναψε τον ενθουσιασμό του κοινού
6. ρμ, ραντ, ξυπνώ, ζωντανεύω, ανάβω, φουντώνω ψυχικά, πάθος, οργή,
se encendió su odio al verle llegar, φούντωσε το μίσος του όταν τον είδε να φτάνει
7. ραντ, ανάβω, θέτω σε λειτουργία λάμπα, συσκευή,
Las luces se encienden cuando sienten movimiento en el cuarto
Τα φώτα ανάβουν όταν αισθάνονται κίνηση στο δωμάτιο
8. για υλικό, πιάνω φωτιά
9. μτφ, αναψοκοκκινίζω στο πρόσωπο, μάγουλα
10. για άτομο, κοκκινίζω, al preguntarle si tenía novio se encendió,
Όταν τη ρώτησε αν έχει αγόρι, κοκκίνησε
encendimiento 1. α, μτφ, άναμμα αίματος, φούντωμα, θυμός,
he entendido desde el principio el motivo de su encendimiento,
έχω καταλάβει από την αρχή τον λόγο του θυμού σας
2. ξύπνημα, φούντωμα ψυχικό, συναισθήματος, άναμμα, el encendimiento de las pasiones,
το ξύπνημα των παθών
3. αναψοκοκκίνισμα προσώπου
4. ανάφλεξη υλικού, άναμμα
encendido, da 1. ε, αναμμένος, -η, -o για συσκευή, λάμπα
2. μτφ, αναμμένος, -η, -o, ξαναμμένος, -η, -o
3. αναψοκοκκινισμένος, -η, -o για πρόσωπο, μάγουλα
4. οργισμένος, -η, -o, θυμωμένος, -η, -o
encendido 1. α, άναμμα λάμπας, φωτισμός, ανάφλεξη
2. πυροδότηση πυραύλου
3. αυτ, μίζα, εκκινητήρας
4. σνθ, encendido de alta tensión, έναυση υψηλής τάσης
encendido electrónico, ηλεκτρονική έναυση
encendajas 1. θ πλ, ξερόκλαδα, προσάναμμα, για κανδήλισμα> φωτιά
incendaja 1. θ, προσάναμμα
encendidamente 1. επρ, μτφ, σαν κανδήλα, διακαώς, φλογερά
incendio πρχ εν-κανδηλιο
1. α, πυρκαγιά σε δάσος, κτίριο, El terremoto provocó un gran incendio,
Ο σεισμός προκάλεσε μεγάλη πυρκαγιά
2. μτφ, κανδήλα ψυχική= έξαψη πάθους, φλόγα ερωτική, καψούρα,
desde que se conocieron, viven en un incendio de pasión,
Από τότε που γνωρίστηκαν, ζουν σε μια φλόγα πάθους
3. σνθ, incendio forestal, δασική πυρκαγιά
incendio provocado, πυρκαγιά προκαλούμενη= εμπρησμός
incendiar 1. ρμ, εν-κανδηλίζω= πυρπολώ, βάζω φωτιά, Un pirómano incendió el bosque,
Ένας εμπρηστής έβαλε φωτιά στο δάσος
2. ραντ, πυρπολούμαι, πιάνω φωτιά, καίγομαι,
La casa de madera se incendió tras caerle un rayo,
Το ξύλινο σπίτι πήρε φωτιά μετά από κεραυνό
incendiario, ria 1. ε, εμπρηστικός, -ή, -ó, tiene tendencias incendiarias,
έχει εμπρηστικές τάσεις
2. μτφ, εμπρηστικός, -ή, -ó για ομιλία, λόγια, σχόλιο,
pronunció un discurso apasionado e incendiario,
Έδωσε έναν παθιασμένο και εμπρηστικό λόγο
3. μτφ, για άτομο, προκλητικός, -ή, -ó
4. α θ, εμπρηστής, -ια, el incendio no fue accidental, sino que lo provocó un incendiario,
Η φωτιά δεν ήταν τυχαία, αλλά την προκάλεσε ένας εμπρηστής
incendiado, da 1. ε, πυρπολημένος, -η, -o, διάπυρος, -η, -o
incienso πρχ εν-κιενσο> εν-κανδηλισω> εν-κανδήλα ή εν-θύσω> θυ(μιά)σω
1. α, λιβάνι, θυμίαμα
2. μτφ, λιβάνισμα σαν κολακεία σε κάποιον, no me des más incienso, he dicho que no vas,
μη μου δίνεις άλλο λιβάνισμα, έχω πεί πως δεν πάς
3. εκφ, darle incienso a alguien, κυρ, μτφ, λιβανίζω, κολακεύω κάποιον
incensar 1. ρμ, πρχ ιν-θενσαρ> εν-θύσω> θυ(μιά)σω= λιβανίζω
incensación 1. θ, λιβάνισμα
incensario 1. α, λιβανιστήρι
candonga 1. θ, μτφ, μουλάρι για τράβηγμα
2. οικ, μτφ, πρχ κανδονγκα> κολακα= πονηριά, κολακεία
3. οικ, μτφ, αστείο
candongo, ga 1. ε, α θ, κολακευτικός, -ή, -ó, πονηρός, -ή, -ó, κόλακας
2. οικ, μτφ, πρχ καντονγκο> την κάνω απο δουλειά= τεμπέλης, -α, -ικο
candonguear 1. ρμ, οικ, μτφ, κοροϊδεύω, δουλεύω
2. ρα, τεμπελιάζω, σαν κανδήλα που στέκει
sándalo 1. α, δέντρο σάνταλο
2. σανταλόξυλο
sandáraca 1. θ, σανδαράχη, σανταράκ
2. ορυ, σανδαράχη