EMBRIÓN

EMBRIÓN= ΠΡΧ ΕΜΒΡΥΟ, ΠΡΧ ΜΠΕΚΡΟΥ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

embrión 1. α, κυρ, μτφ, έμβρυο, El embrión empieza a tomar forma humana en las primeras semanas de embarazo, Το έμβρυο αρχίζει να παίρνει ανθρώπινη μορφή τις πρώτες εβδομάδες της εγκυμοσύνης

Lo que ahora es solo un embrión se convertirá en un interesante proyecto en unos meses,

Αυτό που τώρα είναι απλώς ένα έμβρυο θα γίνει ένα ενδιαφέρον έργο σε λίγους μήνες

2. εκφ, estar en embrión, είναι σε εμβρυακή ηλικία

ή μτφ, για κάτι που είναι σε αρχικό, υποτυπώδες στάδιο

embrionario, ria 1. ε, κυρ, μτφ, εμβρυοειδής, -ής, -ές

embriopatía 1. θ, ιατ, εμβρυοπάθεια

embriotomía 1. θ, εμβρυοτομία

embriogénesis 1. θ, βιο, εμβρυογένεση

embriogenia 1. θ, βιο, ωολογία

embriogénico, ca 1. ε, βιο, σχετικός, -ή, -ó με την εμβρυογένεση

embriología 1. θ, βιο, εμβρυολογία

embriólogo, ga 1. α θ, βιο, εμβρυολόγος

embrioma 1. α, εμβρύωμα

extraembrionario, ria 1. ε, εξωεμβρυονικός, -ή, -ó, εξωεμβρυΐκός, -ή, -ó

briofita 1. θ, βοτ, βρυό-φυτο

briología 1. θ, βρυολογία

brionia 1. θ, βοτ, βρυωνία, βρυώνη, βρουνιά

briozoario 1. α, ζωλ, βρυόζωο

2. εκφ, los briozoarios, ζωλ, τα διατομοειδή, βακιλλοειδή, βακτηριώδη.

briozoo 1. ε, ζωλ, βρυοζωϊκός, -ή, -ó

2. α, ζωλ, βρυόζωο

ebrio, a πρχ σαν έμβρυο μεσα σε υγρό> ποτό, πρχ ε-μπριο> μπεκ-ρού

1. α θ, επμ, μέθυσος, μπεκρής, μπεκρού

2. μεθυσμένος, -η, -o, El policía comprobó que el conductor iba ebrio y lo arrestó,

Ο αστυνομικός διαπίστωσε ότι ο οδηγός ήταν μεθυσμένος και τον συνέλαβε

3. μτφ, μεθυσμένος, -η, -o από συναίσθημα, ebrio de amor, de ira,

μεθυσμένος από αγάπη, από οργή

embriagar πρχ ε-μπεκρ-άγω= μπεκριάζω, μεθώ

1. ρμ, επμ, κυρ, μτφ, μεθώ κάποιον, προκαλώ μέθη,

dos copas lo embriagaron, 2 κούπες τον μέθυσαν

esa música nos embriagaba, αυτή η μουσική μας μεθάει

2. ραντ, μεθώ εγώ, se embriaga solo con una copa de vino, μέθαγε μόνο με μια κούπα κρασί

3. μεθάω με κάτι, εκστασιάζομαι, μαγεύομαι, se embriagan ante la belleza de la melodía,

μέθαγαν εμπρός της ομορφιάς της μελωδίας

embriagamiento 1. α, μεθύσι

2. μτφ, μεθύσι, μάγεμα, έκσταση από κάτι

embriaguez 1. θ, κατάσταση μέθης, μεθύσι, la mujer manejaba en estado de embriaguez,

η γυναίκα οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, σε κατάσταση μέθης

2. μτφ, έκσταση, μέθη ¿Existe un sentimiento superior a la embriaguez de estar enamorado?

Υπάρχει συναίσθημα ανώτερο από τη μέθη του να είσαι ερωτευμένος;

3. σνθ, embriaguez etílica, μέθη αιθυλική

embriaguez narcótica, επήρεια ναρκωτικών ουσιών, μαστούρα

embriagado, da 1. ε, επμ, κυρ, μτφ, μεθυσμένος, -η, -o

embriagador, ra 1. ε, επμ, μεθυστικός, -ή, -ó, που προκαλεί μέθη

desembriagar 1. ρμ, ξεμεθώ

ebriedad 1. θ, επμ, μέθη, μεθύσι, en estado de ebriedad, σε κατάσταση μέθης

sobrio, bria πρχ όχι-μπεκρού, πρχ σοβαρός, πρχ οχι σουπερ> υπερ του δέοντος σε ό, τι κάνει

1. ε, νηφάλιος, -α, -o, puedo conducir porque estoy sobrio,

μπορώ να οδηγήσω γιατί είμαι νηφάλιος

2. για άτομο σοβαρό και μετρημένο στα λόγια, φαγητό, ποτό, εγκρατής, -ής, -ές,

μετρημένος, -η, -ο, λιτός, -ή, -ó, es muy sobrio en su forma de vida,

είναι πολύ μετρημένος στον τρόπο ζωής του

sobrio en el comer, en el hablar, εγκρατής στο φαγητό, ολιγόλογος

3. για στυλ, πρχ όχι σουπερ στολίδια= λιτός, -ή, -ό, estilo sobrio, στυλ λιτό

sobriedad 1. θ, λιτότητα, viste con sobriedad, ντύνεται λιτά

sobriamente 1. επρ, λιτά

Scroll to Top