EJERCER

EJERCER= ΠΡΧ ΕΧ-ΕΡΣΕΡ> ΕΞ-ΕΡΓΑΣΩ> ΕΞ-ΑΣΚΩ, ΠΡΧ ΑΣΚΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

autarquía, autarcía 1. θ, αυτάρκεια οικονομική, πολιτική

autárquico, ca 1. ε, αυτάρκης, -ης- -ες οικονομικά, πολιτικά

arqueta πρχ ασκός μικρός ή αρ-κούτα> κουτάκι

1. θ, κουτάκι

2. κατ, δοχείο περισυλλογής υδάτων, arqueta de sifón de desagüe

3. ηκλ, αποδέκτης, περιοχή εξαφάνισης φορτίων

arcano πρχ αρχαίον ή αρ> ασκός

1. α, μτφ, μυστικό, σαν μέσα σε ασκό

2. μυστήριο, sus intenciones se fueron convirtiendo en un arcano,

οι προθέσεις του μετατράπηκαν σιγά σιγά σε ένα μυστήριο

3. μυστικό ομάδας, los arcanos de un secta, τα μυστικά μιας σέκτας

arcano, na 1. ε, απόκρυφος, -η, -o, μυστικός, -ή, -ó, textos arcanos, απόκρυφα κείμενα

ejercer πρχ εχ-ερσερ> εξ-ασκώ ή να εξ-εργάσω> εργάζομαι σε κάτι

1. ρμ, πρχ εξ-ασκώ, ασκώ επιρροή, δράση σε κάτι, κάποιον,

el agua ejerce una fuerte presión contra las paredes de la presa,

το νερό ασκεί μια ισχυρή πίεση κόντρα στους τοίχους του φράγματος

2. ejercer de, ασκώ το επάγγελμα, ejerce de médico, ασκεί σαν ιατρός,

το ιατρικό επάγγελμα

3. ασκώ το δικαίωμα, ικανότητα μου, ejercer el derecho a votar, ασκώ το δικαίωμα ψήφου

ejercicio πρχ εχ-ερσισιο> εξ-άσκηση

1. α, άσκηση σωματική, ejercicios de relajación, ασκήσεις χαλάρωσης

2. άσκηση νοητική, ejercicios de inglés, ασκήσεις Αγγλικών

3. άσκηση επαγγέλματος, el ejercicio de la medicina, η άσκηση της ιατρικής

4. άσκηση δικαιώματος, el ejercicio del voto, η άσκηση του δικαιώματος ψήφου

5. οκν, μτφ, οικονομικό έτος, ejercicio económico

6. σνθ, ejercicio acrobático, αερ, ακροβατική επίδειξη

ejercicio fiscal, οικονομικό έτος

ejercicios de calentamiento, ασκήσεις προθέρμανσης

ejercicios espirituales, πνευματικές ασκήσεις

7. εκφ, hacer ejercicio, ασκούμαι, γυμνάζομαι

hacer el ejercicio, στρ, κάνω άσκηση στρατιωτικά= εκπαιδεύομαι

ejercitar 1. ρμ, εξ-ασκώ επάγγελμα, ejercitar la medicina, εξασκεί την ιατρική

2. εξασκώ, ασκώ επιρροή, ejercita sus dotes de fascinación sobre el muchacho,

ασκούσε τα χαρίσματα γοητείας της πάνω στο νεαρό

3. εξασκώ, ασκώ αρετή, ejercitar la caridad, ασκούσε την φιλανθρωπία

4. εξασκώ γνώσεις, μνήμη, το μυαλό μου ή ιδίωμα

5. εξασκώ, γυμνάζω μύς

6. γυμνάζω αθλητές

7. στρ, εκπαιδεύω στρατιώτες

8. ραντ, ejercitarse en, ασκούμαι σε, εξασκούμαι σε κάτι

se ejercita en karate, εξασκείται στο καράτε

ejercitación 1. θ, πράξη του ejercitarse

2. εξάσκηση μυαλού, ικανοτήτων

3. εξάσκηση, εκγύμναση, σώματος

4. άσκηση δικαιώματος

ejercitante 1. ε, εξασκών, -ούσα, -όν, που ασκεί, εξασκεί, εκγυμνάζει

2. α θ, εξασκών το πνεύμα, διαλογιζόμενος, -μενη

ejército 1. α, στρ, πρχ εξ-ασκητός= στρατός

2. σνθ, ejército permanente, profesional, regular,

στρατός μόνιμος, επαγγελματικός, τακτικός

3. εκφ, alistarse, enrolarse en el ejército, στρ, κατατάσσομαι στο στρατό

incorporarse al ejército, στρ, κατατάσσομαι στο στρατό

majar un ejército, στρ, μασάω= συντρίβω ένα στρατό

coercer πρχ συν-εργάζω= κάνω να εργαστεί> πράξει όπως θέλω, βάζω όριο

1. ρμ, περιορίζω έργο σε κάποιον, εμποδίζω να κάνει κάτι,

coerció el ejercicio de sus libertades, περιόρισε την άσκηση των ελευθεριών του

2. για συναίσθημα, συγκρατώ

3. για πράξη, καταστέλλω

4. εξαναγκάζω

coercibilidad 1. θ, δυνατότητα περιορισμού

2. δυνατότητα συγκράτησης συναισθήματος

3. δυνατότητα καταστολής, εξαναγκασμού σε πράξη

coercible 1. ε, περιορίσιμος, -η, -ο, καταστάλσιμος, -η, -ο, εξαναγκάσιμος, -η, -ο

incoercible 1. ε, μη περιορίσιμος, -η, -ο, καταστάλσιμος, -η, -ο, μη αναγκάσιμος, -η, -ο

coerción 1. θ, περιορισμός

2. εξαναγκασμός σε πράξη

3. σνθ, bajo coerción, υπό περιορισμό

coercitivo, va 1. ε, νομ, εξαναγκαστικός, -ή, -ό, método coercitivo, μέθοδο εξαναγκαστική

coercitividad 1. θ, φσκ, απο-μαγνητότητα

Scroll to Top