EFESO

EFESO= ΠΡΧ ΕΦΕΣΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Efeso 1. ονο, Έφεσος

efesino, na 1. ε, Εφεσινός, -ή, -ό, από την Έφεσο

2. Έφέσιος, Εφέσια

efesio, sia 1. ε, από την Έφεσο

2. α θ, Έφέσιος, Εφέσια

adefesio μτφ, προς Εφεσίους επιστολή λόγω της ανάρμοστης ζωής τους

1. α, οικ, γελοίος, -α, -o, μαύρο χάλι, καταστροφή, πανηγύρι, για να δηλώσει κάτι άσχημο, Susana se puso demasiado bótox en los labios. ¡Está hecha un adefesio!,

Η Σουζάνα έβαλε πολύ μπότοξ στα χείλη της. Είναι ένα χάλι!

se acompañaba por un adefesio cincuentón, συνοδευόταν από έναν 50αρη γελοίο

La novia de Lisandro es un adefesio. ¿Qué le vio? ,

Η κοπέλα του Lisandro είναι ένα τέρας. Τι είδε σε αυτήν;

2. ανοησία, βλακεία, En serio, deja de hablar adefesios, Σοβαρά, σταμάτα να λες βλακείες

3. εξωφρενικό, γελοίο ρούχο, ¿Viste lo que lleva puesto esta modelo? Es un adefesio,

Είδατε τι φοράει αυτό το μοντέλο; Είναι μια γελοιότητα

4. εκφ, estar, ir hecho un adefesio είμαι σαν καρναβάλι, γίνομαι χάλια εμφανισιακά,

estás hecho un adefesio, είσαι σαν γελοίος, καρναβάλι

Scroll to Top