EDAD

EDAD= ΠΡΧ ΕΔΑΔ> ΕΤ-ΑΔ> ΕΤΟΣ, ΧΡΟΝΟΣ, ΗΛΙΚΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

edad πρχ εδαδ> ετό-τητα> έτος

1. θ, για άτομο, αντικείμενο, ηλικία, ¿qué edad tienes? τι ηλικία έχεις;

la media de edad de los atletas, η μέση ηλικία των αθλητών

2. περίοδος ετών, las edades de la humanidad, οι περίοδοι της ανθρωπότητας

3. σνθ, edad escolar, σχολική ηλικία

edad media, μέση ηλικία

Edad Media, Μεσαίωνας

edad mental, διανοητική ηλικία

edad adulta, madura, ενήλικη περίοδος, ώριμη ηλικία

edad avanzada, προχωρημένη ηλικία

edad crítica, κρίσιμη ηλικία

edad de jubilación, ηλικία συνταξιοδότησης

edad del pato, έτος του πάτου= άχαρη ηλικία

edad de merecer, ηλικία μερισμού= γάμου

4. εκφ, a edad temprana, σε μικρή ηλικία

a mi, tu, su edad, στην ηλικία μου, σου, του, της

a tu edad yo ya trabajaba, στην ηλικία σου, εγώ εργαζόμουν ήδη

aparentar más edad (que), δείχνω μεγαλύτερος, -η από

él aparenta más edad que ella, αυτός δείχνει μεγαλύτερος από αυτήν

aparentar menos edad (que), δείχνω μικρότερος από

aparenta menos edad que la que tiene, φαίνεται μικρότερος από όσο είναι

de cierta edad, ειρ, μιας κάποιας ηλικίας, una señora de cierta edad,

κυρία μιας κάποιας ηλικίας

entrado en edad, ευφ, προχωρημένης ηλικίας

estar en edad de merecer, είμαι σε ηλικία μερισμού= παντρειάς

estar en edad de trabajar, είμαι σε ηλικία να εργαστώ

la Edad Antigua, η Αρχαιότητα

la Edad Contemporánea, η σύγχρονη εποχή

la edad del juicio, τα χρόνια της ωριμότητα

la edad de oro, dorada η χρυσή εποχή

la Edad Moderna, η σύγχρονη εποχή

la edad viril, η ανδρική εν-ηλικίωση

la tercera edad, η τρίτη ηλικία

de corta, poca edad, μικρής ηλικίας, un niño de corta edad, ένα παιδί μικρής ηλικίας

de edad, ηλικίας, un chico de 10 años de edad, ένα παιδί ηλικίας 10 ετών

tiene 20 años de edad, είναι 20 ετών

de edad (avanzada), ευφ, προχωρημένης ηλικίας, una persona de edad

ένα άτομο προχωρημένης ηλικίας

de edad madura, ώριμης ηλικίας

de edad provecta, ευφ, ώριμης ηλικίας

de más edad, μεγαλύτερης ηλικίας

de mediana edad, μέσης ηλικίας, una persona de mediana edad, ένα άτομο μέσης ηλικίας

de menor edad, μικρότερης ηλικίας

desde edad temprana, από μικρή ηλικία

en su edad temprana, στα νιάτα του, της

la tierna edad, η τρυφερή ηλικία

mayor de edad, mayor de 18 años, ενήλικας

ser mayor de edad, είναι ενήλικος

ser menor de edad, είναι ανήλικος

por aquella edad, τον καιρό εκείνο

por edad, για την ηλικία μου, του,

por edades, κατά ηλικία

tener edad para, έχω την κατάλληλη, είμαι σε ηλικία για

tener el doble de edad que, έχω τα διπλά χρόνια από, tiene el doble de edad que él,

έχει τα διπλά του χρόνια

eternidad πρχ ετό-τητα= αιωνιότητα

1. θ, αιωνιότητα, la eternidad de Dios, η αιωνιότητα του Θεού

2. οικ, μτφ, πολλά χρόνια, πάρα πολλή ώρα, El vuelo a Australia pareció una eternidad,

Η πτήση για την Αυστραλία φάνηκε μια αιωνιότητα 

eterno, na 1. ε, χωρίς αρχή και τέλος, αιώνιος, -α, -o, παντοτινός, -ή, -ό,

el amor eterno, η αιώνια αγάπη

2. μτφ, που γίνεται με επανάληψη, ατελείωτος, -η, -o

las eternas disputas, οι ατελείωτες διαφωνίες

siempre con la eterna canción, πάντα με το ίδιο τροπάριο

3. εκφ, hacerse algo eterno, οικ, γίνεται κάτι αιώνια= κάτι μου φαίνεται ατέλειωτο

eternizar αιωνο-ποιώ κάτι

1. ρμ, δι-αιωνίζω σε κάτι την διάρκεια του, επεκτείνω υπερβολικά την χρονική διάρκεια του,

Los gerentes eternizaron mi entrevista y llegué tarde a mi cita siguiente,

Οι διευθυντές επέκτειναν την συνέντευξή μου και έφτασα αργά, άργησα στο επόμενο ραντεβού μου

2. μτφ, δι-αιωνίζω κάτι στην εκτέλεση του, παρατείνω για μεγάλο χρονικό διάστημα

ese profesor eterniza las clases, αυτός ο καθηγητής διαιωνίζει τα μαθήματα του

3. μτφ, για άτομο που χρονίζει στο να κάνει κάτι

4. μτφ, διαιωνίζω κάτι, el pintor eternizó su figura en el cuadro,

ο ζωγράφος διαιώνισε την φιγούρα του στο κάδρο

5. ραντ, μτφ, δι-αιωνίζομαι όταν κάνω κάτι, δεν τελειώνω, δεν σταματώ, υπεραργώ,

el discurso se eternizaba, η ομιλία διαιωνιζόταν, δεν τελείωνε

se eterniza arreglándose el pelo, υπεραργεί φτιάχνοντας το μαλλί

eternamente 1. επρ, αιώνια, αιωνίως, le estoy eternamente agradecido,

θα σας είμαι αιωνίως, πάντα ευγνώμων

coetáneo, a 1. ε, α θ, πρχ συν-ετος= σύγχρονος, -η, -ο στα έτη, συγ-καιρινός, -ή, -ό,

σύγχρονος άνθρωπος, sus coetáneos sentían por ella una gran admiración,

οι σύγχρονοι της ένιωθαν για αυτή ενα μεγάλο θαυμασμό

coeterno, na 1. ε, θρη, συν-άϊδιος, -α, -ο, για Αγία Τριάδα

diuturnidad 1. θ, πρχ δι-ετότητα= δι-αιωνιότητα, διηνεκές

diuturno, na 1. ε, διηνεκής, -ής, -ές

medieval, medioeval 1. ε, πρχ μεσ-ετικό= μεσ-αιωνικός, -ή, -ό

medievalismo 1. α, μεσαιωνισμός

medievalista 1. α θ, μεσ-ετιστής= μεσαιωνοδίφης

medievo, medioevo 1. α, Μεσαίωνας

primevo, va 1. ε, πρχ πρωτο-ετος= αρχαιότερος, -η, -ο σε έτη, πρεσβύτερος, -η, -ο

sempiterno, na πρχ εσσαεί (σιεμπρε)-αιώνιο > πάντα αιώνιος

1. ε, ατελείωτος, -η, -o, ακατάπαυστος, -η, -o

2. επμ, αιώνιος, -α, -o, castigo sempiterno, αιώνια τιμωρία

sempiterna 1. θ, βοτ, αμάραντο, επειδή είναι πάντα αιώνιο

nevo 1. α, ιατ, σπίλος

Scroll to Top