ECO= ΠΡΧ ΗΧΩ, ΗΧΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
eco 1. α, ηχώ, αντί-λαλος, αντ-ήχηση, από-ηχος, el eco del mar, ο απόηχος της θάλασσας
2. μτφ, απόηχος, los ecos del escándalo, o απόηχος του σκανδάλου
3. φήμες, αναφορές, είδηση ανακριβής, ράδιο αρβύλα,
he oído ecos del fraude pero aún no sé los detalles,
έχω ακούσει αναφορές της απάτης, αλλά δεν γνωρίζω ακόμα τις λεπτομέρειες
3. θόρυβος, απήχηση από γεγονός, είδηση, su boda tuvo mucho eco en ciertos ambientes,
ο γάμος του είχε πολύ απήχηση σε κάποιους κύκλους
4. σνθ, eco del radar, ηχώ ραντάρ
ecos de sociedad, κοσμικές ειδήσεις σε τύπο
5. εκφ, hacerse eco de algo, γίνομαι ηχώ για κάτι= να γίνω ο απόηχος, διαδίδω κάτι,
todos los periódicos se hicieron eco de lo ocurrido,
οι εφημερίδες διέδωσαν το γεγονός,
No quiero hacerme eco de un rumor sin fundamento,
Δεν θέλω να γίνω ο απόηχος, να διαδώσω μια φήμη χωρίς βάση
ή επαναλαμβάνω σαν ηχώ, απηχώ, αναπαράγω, αναμεταδίδω,
Todos los periódicos se se han hecho eco de la noticia,
Όλες οι εφημερίδες έχουν αναπαραγάγει την είδηση,
Los informativos se hicieron eco de las declaraciones del ministro,
Τα δελτία ειδήσεων αναμετέδωσαν τις δηλώσεις του υπουργού,
El artículo se hace eco de la opinión de los expertos,
Το άρθρο απηχεί τη γνώμη των ειδικών
tener eco, έχω απήχηση, la iniciativa de huelga ha tenido eco entre la gente joven,
η πρωτοβουλία της απεργίας έχει απήχηση μεταξύ του νεαρού πληθυσμού
eco 1. θ, ιατ, υπερηχογράφημα
ecografía 1. θ, υπερηχογράφημα
2. εκφ, hacerse una ecografía, κάνω ένα υπερηχογράφημα
ecografista 1. α θ, υπερηχογραφιστής, -ια
ecógrafo 1. α, ιατ, υπερηχογράφος
ecoico, ca 1. ε, λγτ, απ-ηχωικός, -ή, -ό, που κάνει ηχώ, αντί-λαλο, verso ecoico,
στίχος που τελειώνει σε δύο ίδιες συλλαβές
ecolalia 1. θ, ιατ, ηχολαλία
ecolocación 1. θ, ζωλ, ηχο-εντοπισμός
ecómetro 1. α, τχν, ηχό-μετρο, ηχητικός βυθομετρητής, μετρητής ανακλωμένων κυμάτων, σόναρ
economato 1. α, μτφ, συνεταιριστικό πρατήριο, πρατήριο πώλησης εμπορευμάτων της επιχείρησης στο προσωπικό της
catecismo 1. α, κατήχηση
catecumenado 1. α, περίοδος που διαρκεί η κατήχηση πριν από την βάπτιση
catecúmeno, na 1. α θ, κατηχούμενος, κατηχουμένη
catequesis 1. θ, θρη, κατήχηση
2. εκφ, ir a la catequesis, πάω στο κατηχητικό
catequético, ca 1. ε, θρη, κατηχητικός, -ή, -ó
catequismo 1. α, κατήχηση
catequista 1. α θ, κατηχητής, κατηχήτρια
catequístico, ca 1. ε, κατηχητικός, -ή, -ó
catequizar 1. ρμ, κυρ, μτφ, πρχ κατηχίζω, κατηχώ, κάνω κατήχηση
catequización 1. θ, κατήχηση