DURO

DURO= ΠΡΧ ΝΤΟΥΡΟ> ΣΚΛΗΡΟ, ΠΡΧ ΔΕΝΤΡΟ, ΔΡΥΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

dendrita 1. α, ορυ, βιο, δενδρίτης

dríada, dríade 1. θ, δρυάς, δρυάδα

druida 1. α, δρυίδης

druidesa 1. θ, δρυίδις

druídico, ca 1. ε, δρυιδικός, -ή, -ό

druidismo 1. α, δρυιδισμός

drupa 1. θ, βοτ, δρύπη

drupáceo, a 1. ε, βοτ, πυρηνό-καρπος, -η, -o

duramen 1. α, εγκάρδιο ξύλο

durillo 1. α, βοτ, βιβούρνο

duraznillo 1. α, βοτ, αγριοπιπεριά

durazno 1. α, βοτ, δέντρο ροδακινιά, επειδή είναι σκληρό

duraluminio 1. α, ντουρ-αλουμίνιο

duramadre 1. θ, ανα, σκληρή μήνιγγα

duramáter 1. θ, ανα, σκληρή μήνιγγα

durar πρχ δουραρ> διαρκώ ή ντούρο= σκληρό, με αντοχή

1. ρα, διαρκώ, κρατώ χρονικά, ¿cuánto dura la obra? πόσο διαρκεί το έργο;

La crisis económica no puede durar para siempre,

Η οικονομική κρίση δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα

2. μτφ, διαρκώ, παραμένω, αντέχω, κρατάω χρονικά, για ποιότητα, χαρακτηριστικό,

aún le dura el enfado ακόμα, του κρατάει ο θυμός

Un bolso de buena calidad te puede durar años,

Μια καλής ποιότητας τσάντα μπορεί να σας κρατήσει για χρόνια

3. για κατάσταση, πράγμα, διαρκώ, παραμένω, no durará mucho en puesto del entrenador,

δεν θα παραμείνει για πολύ στην θέση του προπονητή

duración 1. θ, διάρκεια χρονική, ¿cuál es la duración de la obra?

ποια είναι η διάρκεια του έργου;

La duración de una película, Η διάρκεια μιας ταινίας

duración de una crisis, διάρκεια κρίσης

de corta, poca, larga duración, μικρής, μεγάλης διάρκειας

La duración de un smartphone es mucho menor de la de un celular antiguo,

Η διάρκεια ζωής ενός έξυπνου τηλεφώνου είναι πολύ μικρότερη από αυτή ενός παλιού κινητού τηλεφώνου

duradero, ra 1. ε, διαρκής, -ής, -ές, μακροχρόνιος, -α, -ο, ανθεκτικός, -ή, -ό,

Estos zapatos han sido muy duraderos, ¡los compré hace diez años!

Αυτά τα παπούτσια ήταν πολύ ανθεκτικά, τα αγόρασα πριν από δέκα χρόνια!

Mantener un matrimonio duradero requiere que ambos miembros se escuchen,

Το να διατηρήσεις ενα μακροχρόνιο γάμο απαιτεί και οι δύο σύντροφοι να ακούν ο ένας τον άλλον

duramente πρχ ντούρα

1. επρ, με δύναμη, σκληρά, δυνατά, me pegó duramente,

με χτύπησε δυνατά

2. με κόπο, σκληρά, trabajar duramente, δουλεύω σκληρά

3. αυστηρά, fue duramente censurado, τον έκριναν αυστηρά

duraderamente 1. επρ, διαρκώς, μακροχρόνια

durante 1. πρθ, χρονική πρόθεση για κάτι που συμβαίνει συνεχώς, κατά τη διάρκεια, για,

no dejaron de hablar durante toda la conferencia,

δεν σταμάτησαν να μιλούν κατα την διάρκεια της συνέντευξης

2. δείχνει τον χρόνο κατα τον οποίο συμβαίνει κάτι, κατά τη διάρκεια

el sonido falló varias veces durante la proyección,

ο ήχος χάθηκε αρκετές φορές κατα την διάρκεια της προβολής

durable 1. ε, διαρκής, -ής, -ές, μακροχρόνιος, -α, -ο, ανθεκτικός, -ή, -ό

durabilidad 1. θ, ιδιότητα durable, μονιμότητα, ανθεκτικότητα

durativo, va 1. ε, γλγ, που έχει διάρκεια η πράξη του= εξακολουθητικός, -ή, -ó

dureza πρχ ντουρ-ότητα

1. θ, σκληρότητα σε υλικό, la dureza de la madera, η σκληρότητα του ξύλου

el diamante es el mineral con mayor dureza,

Το διαμάντι είναι το ορυκτό με τη μεγαλύτερη σκληρότητα

el abuelo no puede comer esa carne debido a su dureza,

Ο παππούς δεν μπορεί να φάει αυτό το κρέας λόγω της σκληρότητας του

2. τραχύτητα σε επιφάνεια, αγριάδα υφής, la dureza de la lima, η τραχύτητα της λίμας

3. δριμύτητα σε κλίμα, la dureza del invierno, η δριμύτητα του χειμώνα

4. σκληρότητα ατόμου φυσική, αυστηρότητα ψυχική,

se empleó con mucha dureza en el campo de juego,

μπήκε με πολλή σκληρότητα στο γήπεδο

esa enfermera demostró demasiada dureza con el enfermo,

αυτή η νοσοκόμα επέδειξε πολύ αυστηρότητα με τον ασθενή

5. σκληρότητα αισθητική σε έργο, dureza de líneas, σκληρότητα γραμμών

6. κάλος, tener durezas en las manos, έχει κάλους στα χέρια

duro πρχ ντούρος

1. ε, για υλικό, δύσκολο να δουλευτεί, κοπεί, χαραχτεί, συμπιεστεί, παραμορφωθεί,

σκληρός, -ή, -ό, esta madera es muy dura, αυτό το ξύλο είναι πολύ ντούρο, σκληρό

2. που δεν είναι όσο μαλακό πρέπει, σκληρός, -ή, -ό,

el pan está duro, το ψωμί είναι σκληρό

3. ανθεκτικός, -ή, -ό, estos zapatos son muy duros, αυτά τα παπούτσια είναι ανθεκτικά

4. ντούρος ψυχικά, που αντέχει τις λύπες, ατυχίες, es un tipo duro, curtido en mil batallas, είναι ενας τύπος ντούρος, δοκιμασμένος σε χίλιες μάχες

5. τραχύς, -ιά, -ύ, estilo duro, στίλ τραχύ

6. σκληρός στις απαιτήσεις του, απαιτητικός, -ή, -ό,

es un profesor muy duro con sus alumnos,

είναι ενας καθηγητής πολύ απαιτητικός με τους μαθητές του

7. βίαιος, -η, -ο, dura batalla, βίαιη μάχη

8. με σκληρό πνεύμα, προσβλητικός, -ή, -ό, recibió una respuesta muy dura,

έλαβε μια απάντηση πολύ προσβλητική

9. σκληρή σωματικά, κουραστική, καταπονητικός, -ή, -ό, κοπιαστικός, -ή, -ό,

el trabajo de minero es muy duro, η δουλειά του μεταλλωρύχου είναι πολύ σκληρή

10. επρ, με δύναμη, κόπο, σκληρά, estudia duro, μελετάει σκληρά

pegar duro, χτυπά δυνατά

11. εκφ, duro de cocer, de pelar, οικ, σκληρό καρύδι

duro de tragar, δύσκολο να το καταπιείς

hay que estar a las duras y a las maduras, πρέπει να στέκεται στα ντούρα και ώριμα=

να δέχεται κανείς και τις χαρές και τις λύπες

ir duro, πάει σκληρά= λειτουργεί δύσκολα, el grifo va muy duro, η βρύση ανοίγει δύσκολα ponérsele dura a alguien, χυδ, του την κάνω ντούρα= ερεθίζω κάποιον

duro πρχ ντούρο= σκληρό νόμισμα

1. α, οικ, λίγα χρήματα, φράγκο, no tengo ni un duro, δεν έχω φράγκο

2. εκφ, estar sin un duro, οικ, δεν έχω φράγκο, είμαι πανί με πανί, είμαι ταπί

no soltar ni un duro, οικ, δεν βάζω φράγκο, δεν πληρώνω μία

¡que te den dos duros! , οικ, να σου δώσουν 2 ντούρα, σαν ζητιάνος=

να πας από κει που ’ρθες!

endurar 1. ρμ, ραντ, σκληραίνω, el cemento rápido se endura en poco tiempo,

Το γρήγορο τσιμέντο σκληραίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα

2. μτφ, La oposición ha endurado su postura en contra del proyecto de ley propuesto,

Η αντιπολίτευση έχει σκληρύνει τη στάση της κατά του προτεινόμενου νομοσχεδίου

3. μτφ, είμαι ντούρος ψυχικά= αντέχω, no sé cómo puedes endurar su mal humor,

Δεν ξέρω πώς μπορείς να αντέχεις την κακή του διάθεση

4. μτφ, κάνω να διαρκέσει χρονικά= αφήνω κάτι για πιο μετά, μεταθέτω,

prefiero endurar este trabajo para mañana, Προτιμώ να αφήσω αυτή τη δουλειά για αύριο

5. μτφ, δεν χαλάω ντούρο> χρήμα, εξοικονομώ

endurecer πρχ κάνω ντούρο κάτι

1. ρμ, ραντ, σκληραίνω, el aire ha endurecido el queso, ο αέρας έχει σκληρύνει το τυρί

el pan se ha endurecido, το ψωμί έχει σκληρύνει

El Congreso quiere endurecer las leyes contra la droga,

Το Κογκρέσο θέλει να αυστηροποιήσει τους νόμους για τα ναρκωτικά

2. κάνω ντούρο> σφίγγω σώμα, μύς, Ir al gimnasio me ayuda a endurecer mis músculos,

Το να πηγαίνω στο γυμναστήριο με βοηθά να σφίξω τους μυς μου

3. μτφ, σκληραίνω ψυχικά, στους τρόπους μου, Lo que vio en la guerra lo endureció,

Αυτό που είδε στον πόλεμο τον σκλήρυνε

4. σκληραγωγώ, las dificultades lo han endurecido, οι δυσκολίες τον έχουν σκληρύνει

endurecimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του endurecer

2. σκλήρυνση υλικού

3. μτφ, σκλήρυνση, El endurecimiento de las arterias se denomina también aterosclerosis,

Η σκλήρυνση των αρτηριών ονομάζεται επίσης αθηροσκλήρωση

4. ενδυνάμωμα, σύσφιξη για σώμα, μύς, el endurecimiento de los abdominales,

το ενδυνάμωμα των κοιλιακών

5. μτφ, σκληρότητα, σκληραγώγηση ατόμου

endurecedor, ra 1. ε, σκληρυντικός, -ή, -ó για υλικό, ουσία

2. για εμπειρία που σκληραγωγεί, σκληραγωγικός, -ή, -ό,

el fracaso es una experiencia endurecedora, η αποτυχία είναι μια εμπειρία σκληραγωγική

endurecedor 1. α, σκληρυντικό

induración 1. θ, ιατ, σκλήρυνση

perdurar 1. ρα, πρχ περι-διαρκώ> πολύ διαρκώ χρονικά= διαρκώ, διαιωνίζομαι,

el pescado en salazón perdura mucho tiempo, το ψάρι σε πάστωμα διαρκεί πολύ καιρό

perdurable 1. ε, που διαρκεί πολύ, διαρκής, -ής, -ές, ανθεκτικός, -ή, -ό,

amistad perdurable, φιλία ανθεκτική

2. που διαρκεί πάντα, αιώνος, -α, -ο, μόνιμος, -η, -o, nuestra vida no es perdurable,

η ζωή μας δεν είναι αιώνια

perdurabilidad 1. θ, πολύ διάρκεια σε κάτι

2. διαιώνιση

perdurablemente 1. επρ, που διαρκεί πολύ, διαρκώς, μονίμως

Scroll to Top