DUEÑO= ΠΡΧ ΔΟΝ, ΔΟΜΝΑ> ΚΥΡΙΑ, ΚΥΡΙΟΣ, ΚΥΡΙΕΥΩ, ΔΩΜΑΤΙΟ, ΔΕΣ-ΠΟΤΗΣ, ΝΤΑΜΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
dama πρχ ντάμα= κυρία του δωματίου, οικίας
1. θ, γυναίκα εκλεκτή, ντάμα, κυρία, μαντάμ, ¡Bienvenidos damas y caballeros!
Καλώς ήρθατε κυρίες και κύριοι!
2. ευγενής γυναίκα, Las damas de la realeza británica,
Οι κυρίες της βρετανικής βασιλικής οικογένειας
3. βασίλισσα σκακιού ή ντάμα στα χαρτιά
4. μτφ, ερωμένη, παλλακίδα
5. ζωλ, ζαρκάδι
6. ιστ, ντάμα= ακόλουθος βασίλισσας, πριγκίπισσας, dama de reina, princesa
7. τχν, πλάκα κλεισίματος, σαν δώμα
8. ναυ, στοίχος, σκαρμός κουπιών, σαν δάπεδο
9. σνθ, dama blanca, κοκαΐνη, λευκή κυρία
dama cortesana, κοκότα πολυτελείας
dama de honor, παράνυμφος ή για βασίλισσα, κυρία επί των τιμών
dama de noche, βοτ, νυχτο-λούλουδο
primera dama, θτρ, πρωταγωνίστρια ή πολ, πρώτη κυρία
segunda dama, δεύτερος γυναικείος ρόλος
10. εκφ, damas y caballeros, κυρίες και κύριοι
hacer dama, κάνω ντάμα σε σκάκι, ντάμα
damas 1. θ πλ, παιχνίδι ντάμες
2. σνθ, damas chinas, κινέζικη ντάμα
damisela 1. θ, πρχ μα-νταμούλα= δεσποινίς
domingas 1. θ πλ, οικ, μτφ, αυτά που έχει η ντάμα= βυζιά
damero 1. α, ταμπλό του παιχνιδιού ντάμα
2. είδος σταυρόλεξου που εμφανίζεται κρυμμένη φράση μετά τη συμπλήρωσή του
damerograma 1. α, νταμό-γραμμα= είδος σταυρόλεξου που εμφανίζεται κρυμμένη φράση μετά τη συμπλήρωσή του
adamar 1. ρμ, φλερτάρω ντάμα, κοπέλα, El joven adamó a la joven durante largo tiempo, hasta que finalmente ganó su corazón, Ο νεαρός φλέρταρε τη κοπέλα για πολύ καιρό, μέχρι που τελικά κέρδισε την καρδιά της
adamado, da πρχ μα-νταμάτος
1. ε, μτφ, για άντρα, θηλυπρεπής, -ής, -ές, σαν ντάμα
2. για άτομο, μτφ, εκλεπτυσμένος, -η, -ο, κομψός, -ή, -ό, σαν ντάμα
amadamado, da πρχ μα-νταμάτος
1. ε, για άντρα, θηλυπρεπής, -ής, -ές, σαν μα-ντάμ
2. για πράγμα, μτφ, με στοιχεία γυναικεία, Voz amadamada, Φωνή γυναικεία
domingo πρχ δόμνα= κυρία, πρχ Άγιος Δομίνικος> Κυριάκος
1. α ,ημέρα Κυριακή, cada domingo va a misa, πάει στην εκκλησία κάθε Κυριακή,
nos vemos el próximo domingo, θα ιδωθούμε την επόμενη Κυριακή
en la madrugada del domingo, ξημερώματα Κυριακής
los domingos está cerrado, τις Κυριακές είναι κλειστά
domingo por la mañana, Κυριακή πρωί
2. σνθ, Domingo de Adviento, θρη, Κυριακή της Παρουσίας
Domingo de Pentecostés, Κυριακή της Πεντηκοστής
Domingo de Piñata, Κυριακή της Ορθοδοξίας
Domingo de Ramos, Κυριακή των Βαΐων
Domingo de Resurrección, Κυριακή του Πάσχα
3. σνθ, caer en domingo, πέφτει Κυριακή, La Pascua siempre cae en domingo,
το Πάσχα πάντα πέφτει Κυριακή
hacer domingo, μτφ, κάνω Κυριακή= παίρνω άδεια από τη σημαία
dominguejo 1. α, σαν δόμνα= κούκλα με ημισφαιρική βάση, που πάντα στέκει σε όρθια
dominguillo 1. α, κούκλα με ημισφαιρική βάση που γυρνά πάντα σε όρθια στάση
2. εκφ, traer a alguien como, hecho un dominguillo, μτφ, τραβώ κάποιον σαν κούκλα =
φέρομαι σαν να τον έχω για θελήματα, κάνω υποχείριό μου, έχω για κλοτσοσκούφι
dominguero, ra 1. ε, οικ, σχετικό ή που γίνεται Κυριακή, κυριακάτικος, -η, -ο,
La caminata dominguera, Ο κυριακάτικος περίπατος
ropa dominguera, ρούχα κυριακάτικα= καλά
2. ε, α θ, μτφ, αδέξιος, -α, -ο για οδηγό, επειδή η Κυριακή συμβολίζει την χαλαρότητα
endomingar 1. ραντ, οικ, μτφ, ντύνομαι σαν να είναι Κυριακή= βάζω τα γιορτινά ρούχα, ντύνομαι επίσημα, κουστουμαρίζομαι,
endomingado, da 1. ε, οικ, ντυμένος, -η, -ο επίσημα, γιορτινά, κουστουμαρισμένος, -η, -ο
mingo 1. α, μτφ, λευκή μπάλα στο αμερικάνικο μπιλιάρδο,
κόκκινη μπάλα στο γαλλικό μπιλιάρδο
2. εκφ, más galán que Mingo, πιο γκαλάν κι απο Κυριακή= ντυμένος στην πένα
dom 1. α, ντομ, προσφώνηση μοναχών
dom 1. ακρώνυμο, Κυρ. = Κυριακή
Santo Domingo 1. ονο, Άγιος Δομήνικος= Κυριάκος
dominicano, na πρχ δομινικανό
1. α θ, Δομινικανός, -ή
2. θρη, δομινικανός, -ή
3. ε, δομίνικανός, -ή, -ó
4. δομινικανός, -ή, -ó
dominico, ca 1. ε, α θ, δομινικανός, -ή, -ό
dominica, dominica 1. θ, Κυριακή
2. τα κείμενα Κυριακάτικης Ακολουθίας
dominical 1. ε, κυριακάτικος, -η, -o, La misa dominical, η κυριακάτικη λειτουργία
don πρχ δον ζουάν, δόμνα= κύριος
1. α, προσφώνηση προς κάποιον, κύριος, δον, don Enrique, δον Ενρίκε
μτφ, eres don preocupaciones, είσαι κύριος ανησυχία= σκέτη ανησυχία
don perfecto, ο κύριος τέλειος
dondiego, don diego 1. α, βοτ, νυχτολούλουδο
2. σνθ, dondiego de día, βοτ, κονβόλβουλος o τρίχρωμος
dondiego de noche, νυχτολούλουδο
donjuán, don juan 1. α, βοτ, νυχτολούλουδο
donjuanismo 1. α, δονζουανισμός
donjuanesco, ca 1. ε, δονζουανικός, -ή, -ó
lindo Don Diego 1. εκφ, οικ, μτφ, πρχ δαν-δής, μορφονιός, κομψευόμενος
dompedro, don pedro 1. α, βοτ, ιπομοία του Ιμπεράτι
doña πρχ δομνα= κυρία
1. θ, δόνια, κυρία, doña María, δόνια, κυρία Μαρία
2. μτφ, κυρά, la llaman doña quejas, την αποκαλούν κυρά γκρινιάρα
doña perfecta, η κυρία τέλεια
madam, madama 1. θ, οικ, μτφ, πρχ μεγάλη-ντάμα, τσατσά σε οίκο ανοχής
madamisela 1. θ, αρχ, πρχ μανταμούλα= δεσποινίς
madona 1. θ, θρη, τεχ, Παναγία, Μαντόνα,
απεικόνιση της Παναγίας με τον μικρό Χριστό στην αγκαλιά της
doncella πρχ δομν-ούλα= κυριούλα
1. θ, υπηρέτρια
2. λγτ, νεάνιδα, νεαρή κοπέλα
3. λγτ, παρθένα
4. ζωλ, ψάρι γύλος, ιλάρι, γυαλίνα
doncellería 1. θ, παρθενία
doncellez 1. θ, παρθενία
doncel πρχ δον-ούλης, κυριούλης
1. ε, μτφ, για ένταση, ήπιος, -α, -o, ελαφρύς, -ιά, -ύ, vino doncel, ελαφρύ κρασί
2. α θ, γιος ευγενών ή νεαρός υπηρέτης
3. λγτ, νεανίσκος
4 . λγτ, παρθένος
dueño πρχ δον= κύριος
1. α, ιδιοκτήτης περιουσίας, el dueño de una tienda, o ιδιοκτήτης ενός μαγαζιού
El dueño del nuevo restaurante nos invitó a la inauguración,
Ο ιδιοκτήτης του νέου εστιατορίου μας προσκάλεσε στα εγκαίνια
Nuestro dueño aumentó la renta de nuevo, así que nos mudamos,
Ο ιδιοκτήτης, νοικοκύρης μας ανέβασε ξανά το ενοίκιο, οπότε μετακομίσαμε
2. μτφ, κύριος σε κάποιον, κάτι, αφεντικό, dueño del lugar, ο κύριος του μέρους
dueño del perro, αφεντικό του σκύλου
3. εκφ, el dueño y señor de algo, κύριος και αφέντης σε κάτι,
hacerse alguien dueño de algo, γίνομαι o ιδιοκτήτης κάποιου πράγματος
ή γίνομαι κυρίαρχος σε κάτι, θέτω υπο έλεγχο, rápidamente se hizo dueño de la situación,
πολύ σύντομα έθεσε υπό έλεγχο την κατάσταση
ser alguien dueño de sí mismo, είμαι κύριος του εαυτού μου (ελεύθερος)
ser dueño de, είμαι κύριος σε κάτι, έχω τον έλεγχο, es dueño de sus actos,
έχει τον έλεγχο των πράξεων του
ser muy dueño de hacer algo, έχω το ελεύθερο να κάνω κάτι,
la casa es suya, es muy dueño de hacer con ella lo que quiera,
το σπίτι είναι δικό του, έχει το ελεύθερο να κάνει με αυτό ό, τι θέλει
dueña 1. θ, ιδιοκτήτρια περιουσίας, πράγματος, es la dueña del perro,
είναι η ιδιοκτήτρια του σκύλου
2. κυρία
3. ντάμα, συνοδός νεανίδος, παρθεναγωγός
4. νοικοκυρά
5. σνθ, dueña de honor, κυρία των τιμών
6. εκφ, ponerle a uno cual ño no digan dueñas, σύρω σε έναν όσα πουν οι δόμνες> κυρές=
κριτικάρω έντονα, σκυλοβρίζω κάποιον, σαν να πέφτει στο στόμα κυράδων του δρόμου,
Una diputada ha dicho que las mujeres se empoderan cuando cosen y las retroprogres la han puesto como no digan dueñas, Μια βουλευτής είπε ότι οι γυναίκες έχουν εξουσία όταν ράβουν και οι οπισθοπροοδευτικοί την σκυλόβρισαν
condueño, ña 1. α θ, συνιδιοκτήτης, -ια
D. <Don Κος (κύριος)
D.ª < Doña Κα (κυρία)
adueñarse de 1. ραντ, γίνομαι δον> κύριος σε κάτι νόμιμα ή παράνομα=
παίρνω υπο τον έλεγχο μου, κατοχή, ιδιοποιούμαι,
Cuando Rodríguez se adueñó de la empresa, despidió al gerente y designó uno nuevo,
Όταν ο Ροντρίγκεζ πήρε τον έλεγχο της εταιρείας, απέλυσε τον μάνατζερ και διόρισε νέο,
La familia se adueñó de la casa de campo después de heredarla de sus abuelos,
η οικογένεια έγινε κάτοχος του εξοχικού αφου την κληρονόμησε απο τους προγόνους της
El ladrón se adueñó de varios objetos de valor,
ο κλέφτης ιδιοποιήθηκε αρκετά αντικείμενα αξίας
se adueñó de mis libros, ιδιοποιήθηκε τα βιβλία μου
2. μτφ, κυριεύομαι από αίσθηση, συναίσθημα,
el miedo se adueñó de ellos, ο φόβος τους κυρίευσε
La ansiedad se adueñó de mí y comencé a desesperarme,
Το άγχος με κυρίευσε και άρχισα να απελπίζομαι
domeñar 1. ρμ, πρχ δαμάζω, no consigue domeñar el caballo,
δεν καταφέρνει να δαμάσει το άλογο
2. κυριαρχώ, ελέγχω, Charles fue enviado a terapia para que aprendiera a domeñar su ira,
Ο Τσαρλς στάλθηκε σε θεραπεία για να μάθει πώς να ελέγχει τον θυμό του
domeñable 1. ε, δαμάσιμος, -ο, -η, εξημερώσιμος, -η, -ο, που εξ-ημερώνεται
2. τιθασεύσιμος, -η, -ο
indomeñable 1. ε, επμ, κυρ, μτφ, πρχ αδαμάσιμος, -η, -ο, ατίθασος, -η, -ο
dominar πρχ δομνα= κυρία> κυριεύω, γίνομαι κύριος σε κάτι, κάποιον
1. ρμ, κυριαρχώ, εξουσιάζω για χώρα, έδαφος, el ejército domina esta zona,
ο στρατός εξουσιάζει αυτή την περιοχή
2. αθλ, κυριαρχώ, este equipo ha dominado la liga durante los últimos 5 años,
αυτή η ομάδα έχει κυριαρχήσει στο πρψτάθλημα τα τελευταία χρόνια
3. μτφ, εξουσιάζω κάποιον, su hermano le domina, ο αδερφός του τον εξουσιάζει
4. μτφ, ελέγχω συναίσθημα, κυριαρχώ, συγκρατώ, dominar la ira, συγκρατώ την οργή
5. μτφ, θέτω υπο την κυριαρχία μου μια κατάσταση, los bomberos dominaron el incendio,
οι πυροσβέστες κατάφεραν να θέσουν την πυρκαγιά υπό έλεγχο
6. μτφ, κυριεύω μια γνώση, επιστήμη, τέχνη, κατέχω, γνωρίζω,
ha conseguido dominar el español en pocos meses,
κατάφερε να μάθει ισπανικά σε λίγους μήνες
7. μτφ, ξέρω να χρησιμοποιώ, ¡cómo domina el balón! πώς κοντρολάρει την μπάλα!
6. μτφ, για πράγμα που κυριαρχεί λόγω μεγέθους, δεσπόζω, υπερέχω,
las rocas dominan el barranco, οι βράχοι δεσπόζουν στο φαράγγι
7. μτφ, κυριεύω ποσοτικά σε κάτι, επικρατώ,
en ese equipo dominan los extranjeros sobre los nacionales,
σε αυτή την ομάδα επικρατούν οι αλλοδαποί επί των ντόπιων
8. μτφ, ραντ, κυριεύω οπτικά ένα χώρο, desde el cerro se domina todo el valle,
απο τον λόφο βλέπεται όλη η κοιλάδα
9. ραντ, γίνομαι κύριος του εαυτού μου, συγκροτούμαι πνευματικά, ψυχικά,
se dominó para no tener nervios en el examen,
συγκροτήθηκε για να μην έχει νεύρα στο διαγώνισμα
dominación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του dominar
2. κυριαρχία, Hong Kong estuvo bajo la dominación británica durante más de 50 años,
Το Χονγκ Κονγκ βρέθηκε υπό βρετανική κυριαρχία για περισσότερα από 50 χρόνια
3. στρ, κυριαρχία θέσης= δεσπόζουσα θέση, θέση στρατηγικής σημασίας
dominaciones 1. θ πλ, θρη Κυριότητες, αγγελικό τάγμα
dominador, ra πρχ ο κυριεύων κάποιον, κάτι
1. ε, α θ, κυριαρχικός, -ή, ό, αυταρχικός, -ή, -ό, δεσποτικός, -ή, -ό, άρχοντας, -ισσα, δεσπότης, αφέντης, -α, Mi abuela tenía un carácter muy dominador y en su casa todo el mundo hacía siempre lo que ella decía, Η γιαγιά μου είχε πολύ δεσποτικό χαρακτήρα και στο σπίτι της όλος κόσμος έκανε πάντα αυτό που αυτή έλεγε
dominante πρχ κυριεύων, ή ό, τι κυριαρχεί
1. ε, για άτομο, αυταρχικός, -ή, -ό, εξουσιαστικός, -ή, -ό, τυραννικός, -ή, -ó,
su padre es muy dominante, o πατέρας του είναι πολύ αυταρχικός
2. κυρίαρχος, -η, -o, China será el país dominante en los próximos Juegos Olímpicos,
Οι Κίνα θα είναι η κυρίαρχη χώρα στους επερχόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες,
La tendencia dominante en la decoración este año son los diseños geométricos, Η κυρίαρχη τάση στη διακόσμηση φέτος είναι τα γεωμετρικά σχέδια,
Esta encuesta muestra cuáles son las opiniones dominantes entre los jóvenes de hoy en día, Αυτή η έρευνα δείχνει τις κυρίαρχες απόψεις μεταξύ των σημερινών νέων
3. κυρίαρχος, -η, -o για χαρακτηριστικό
4. ισχυρός, -ή, -ó για άνεμο
5. κυρίαρχος, -η, -o για χρώμα, el color dominante era el rojo,
το κυρίαρχο χρώμα ήταν το κόκκινο
6. βιο, μσκ, σε ποσότητα, κυρίαρχος, -η, -ο, επικρατών, -ούσα, -ούν
7. μσκ, θ, για νότα 5η, κυρίαρχη
dominancia 1. θ, λογ, προσόν του dominante, κυριαρχία
2. βιο, κυριαρχία, επικράτηση
dómine 1. α, ιστ, καθηγητής Λατινικών, επειδή κατέχει τα λατινικά
dominatriz 1. θ, κυρίαρχος, δυνάστρια
subdominante 1. θ, μσκ, πρχ υπο-δεσπόζουσα= κλίμακα ενός τετάρτου, τονική βαθμίδα
superdominante 1. θ, μσκ, υπερ-δεσπόζουσα
dominio πρχ δομνα= κυριαρχία σε κάτι, κάποιον
1. α, κυριαρχία σε κάποιον, κάτι, εξουσία, έλεγχος, el dominio del Imperio romano,
η κυριαρχία της ρωμαικής αυτοκρατορίας
2. κυριαρχία σε έδαφος, κατοχή, αποικία, territorios bajo dominio romano,
εδάφη υπό Ρωμαϊκή κατοχή
3. έλεγχος σε κατάσταση, πράξη, en ningún momento perdió el dominio de la situación,
ουδέποτε έχασε τον έλεγχο της κατάστασης
4. πρχ δώμα= χώρος ιδιωτικός, ιδιοκτησία, εκτάσεις, κτήμα,
la caza estaba prohibida en sus dominios, το κυνήγι απαγορευόταν στα κτήματα του
5. μτφ, δώμα= πεδίο, σφαίρα, τομέας που κυριαρχεί μια επιστήμη, γνώση, αντικείμενο,
entramos en los dominios de la ciencia ficción,
μπαίνουμε στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας
6. κυριαρχία, εξουσία μιας οντότητας, el dominio de la Iglesia sobre el Estado,
η εξουσία της Εκκλησίας επί του Κράτους
7. κυριαρχία= γνώση βαθειά σε γλώσσα, τεχνική, δεξιότητα, μαεστρία,
para el puesto requerimos dominio de al menos dos lenguas,
για τη θέση ζητούμε γνώση τουλάχιστον δύο ξένων γλωσσών
tiene un gran dominio del balón, έχει μεγάλη δεξιότητα με τη μπάλα
7. έλεγχος συναισθημάτων, trata de mantener el dominio de ti mismo,
προσπάθησε να διατηρήσεις την ψυχραιμία σου
tiene un gran dominio de si mismo, έχει μεγάλο αυτοέλεγχο
8. πλφ, γνωστικό πεδίο, γνωστική περιοχή
9. νομ, κυριότητα
10. σνθ, dominio público, πλφ, περιοχή δημόσιας πρόσβασης
11. εκφ, con pleno dominio de sus facultades, έχοντας σώας τας φρένας
ser del dominio público, είναι γνωστό τοις πάσι, σε όλους
condominio 1. α, νομ, συνιδιοκτησία, συγκυριαρχία
predominar πρχ υπερ-κυριαρχώ σε κάτι
1. ρμ, ρα, δεσπόζω, επικρατώ, el rosa predomina en esa etapa de Picasso,
το τριαντάφυλλο δεσπόζει, σε αυτή την φάση του Πικάσο
2. σε ποσότητα, επικρατώ, en esta asignatura suelen predominar los suspensos,
σε αυτό το μάθημα είθισται να επικρατούν οι κομμένοι
predominio 1. α, κυριαρχία, επικράτηση, υπεροχή ποιοτική, αριθμητική σε κάτι,
En algunos países, el sistema político se caracteriza por el predominio de un partido,
Σε ορισμένες χώρες, το πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία ενός κόμματος
predominación 1. θ, κυριαρχία
predominancia 1. θ, κυριαρχία, επικράτηση
predominante 1. ε, δεσπόζων, -ουσα, -ον, κυριαρχος, -η, -ο, επικρατέστερος, -η, -ο, υπερέχων, -ουσα, -ον, La economía es el factor predominante en estas elecciones,
Η οικονομία είναι ο κυρίαρχος παράγοντας σε αυτές τις εκλογές
predominantemente 1. επρ, κυριαρχικά
dombo 1. α, θόλος, σαν δώμα-βώλος
domo 1. α, τρούλος, θόλος, σαν δώμα-βώλος
domótica πρχ δωμο-(πληρο-φορική) τική
1. θ, τχν, συστήματα αυτοματισμού κατοικίας
2. αυτοματοποίηση σπιτιών
domicilio πρχ δωμάτιο
1. α, οικία, κατοικία, σπίτι, viaja mucho, no tiene domicilio fijo,
ταξιδεύει πολύ, δεν έχει κατοικία σταθερή
cambio de domicilio, αλλαγή κατοικίας
2. σνθ, domicilio conyugal, συζυγική στέγη
domicilio fiscal, φορολογική έδρα
domicilio habitual, κύρια κατοικία
domicilio particular, ιδιωτική κατοικία
domicilio social, νομ, καταστατική έδρα, εταιρική έδρα, έδρα συνεταιρισμού
3. εκφ, a domicilio, κατ’ οίκον, vender a domicilio, πώληση κατ’ οίκον
ή εντός έδρας, la tercera victoria a domicilio del equipo,
η τρίτη εντός έδρας νίκη της ομάδας
fijar el domicilio en, φιξάρω το δωμάτιο σε= εγκαθίσταμαι μόνιμα
domiciliar 1. ρμ, μτφ, εξουσιοδοτώ αυτόματη κατάθεση, σαν να γίνεται κατ’ οίκον
domiciliar la nómina, el sueldo,
εξουσιοδοτώ την αυτόματη κατάθεση του μισθού μου σε λογαριασμό
2. δίνω πάγια τραπεζική εντολή, domiciliar el recibo del teléfono,
έχω δώσει πάγια τραπεζική εντολή για το λογαριασμό του τηλεφώνου
3. ραντ, πρχ δωματιούμαι= ορίζω ως κατοικία, εγκαθίσταμαι
Los actores se domiciliaron en un suburbio de Madrid para criar a sus hijos,
Οι ηθοποιοί εγκαταστάθηκαν σε ένα προάστιο της Μαδρίτης για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους
domiciliación 1. θ, εξουσιοδότηση για αυτόματη κατάθεση μισθού
2. πάγια τραπεζική εντολή για πληρωμή, pagar mediante domiciliación,
πληρωμή μέσω πάγιας τραπεζικής εντολής
domiciliado, da 1. ε, αυτόματα κατατιθέμενος, -η, -o,
tengo el sueldo domiciliado en mi cuenta,
o μισθός μου κατατίθεται αυτόματα στο λογαριασμό μου
2. πληρωμένος, -η, -ο μέσω πάγιας τραπεζικής εντολής
domiciliario, ria 1. ε, πρχ δωματιακός= στο σπίτι, κατ’ οίκον,
asistencia domiciliaria, βοήθεια στο σπίτι
arresto domiciliario, κατ’ οίκον περιορισμός
2. α θ, κάτοικος
domesticar πρχ δωμο-στέκω άτομο, ζώο
1. ρμ, κυρ, εξημερώνω ζώο, οικοσιτώ, domesticar un perro, οικοσιτώ ένα σκυλί,
El artista de circo domesticó un tigre, y ahora vive en su casa,
Ο καλλιτέχνης του τσίρκου εξημέρωσε μια τίγρη και τώρα μένει στο σπίτι του
2. μτφ, εξημερώνω, τιθασεύω, Nadie puede domesticarme. Soy rebelde por naturaleza,
Κανείς δεν μπορεί να με εξημερώσει. Είμαι επαναστάτης από τη φύση μου,
su madre se encargó de domesticarlo, η μητέρα του ανέλαβε να τον εξημερώσει
domesticación 1. θ, εξημέρωση ζώου
2. μτφ, εξημέρωση ατόμου, τιθάσευση, έλεγχος
domesticado, da 1. ε, κυρ, μτφ, για άτομο, ζώο, εξημερωμένος, -η, -o, τιθασευμένος, -η, -o No creo que sea buena idea tener leones domesticados en una casa en la ciudad,
Δεν νομίζω ότι είναι καλή ιδέα να έχεις εξημερωμένα λιοντάρια σε ένα σπίτι στην πόλη
2. μτφ, συγκρατημένος, -η, -o για χειρονομία, φωνή
doméstico, ca πρχ δωματιακός = της οικίας, σπιτιού
1. ε, οικιακός, -ή, -ó, οικογενειακός, -ή, -ó, las tareas domésticas τα οικιακά
la economía doméstica, οικιακή οικονομία
aparatos de uso doméstico, συσκευές οικιακής χρήσης, οικοσυσκευές
2. για ζώο, οικόσιτος, -η, -o
3. α θ, μτφ, ποδηλάτης που στην κούρσα βοηθά τον καλύτερο της ομάδας
4. οικιακός, -κή βοηθός
domesticidad 1. θ ιδιότητα του doméstico
2. κατοικιδιο-ποίηση, οικο-σίτιση ζώου
domesticable 1. ε, κυρ, μτφ, για άτομο, ζώο, δαμάσιμος, -η, -ο, εξημερώσιμος, -η, -ο
τιθασεύσιμος, -η, -ο
indomesticable 1. ε, αδάμαστος, -η, -ο, μη τιθασεύσιμος, -η, -ο
duende πρχ δον-του> κύριος σε κάτι ή πρχ δαίμον, κάτι που ζει στο δώμα
1. α, καλικάτζαρος, τελώνιο, ξωτικό, αερικό, Los duendes tienen orejas puntiagudas,
Τα ξωτικά έχουν μυτερά αυτιά
2. χάρισμα, μαγεία σε κάτι, σαν να έχεις δαιμόνιο έμπνευσης,
El poeta siente que el duende de la poesía lo invoca para escribir,
ο ποιητής νιώθει πως το δαιμόνιο της ποίησης το εγκαλεί για να γράψει
3. εκφ, andar como un duende, έχει μέσα του το δαιμόνιο, ζιζάνιο,
Tener un duende en la lengua, έχει δαιμόνιο στην γλώσσα= δεν μπορεί να εκφραστεί καλά
tener duende, έχει γοητεία, είναι χαριτωμένο
aduendado, da 1. ε, σαν ξωτικό, με χαρακτηριστικά καλικαντζάρων
damajuana 1. θ, πρχ νταμι-τζάνα
dominó 1. α, παιχνίδι ντόμινο
2. νταμάκι