DRAGÓN= ΠΡΧ ΔΡΑΚΟΣ, ΠΡΧ ΤΡΩΓΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Drácula 1. ονο, Δράκουλας
draconiano, na 1. ε, δρακόντειος, -α, -o, medidas draconianas, δρακόντεια μέτρα
drago 1. α, βοτ, δράκαινα
dragón 1. α, μυθ, δράκος, δράκοντας
2. ζωλ, σαύρα
3. στρ, δραγόνος
4. βοτ, αντίρρινο
5. κτν, λευκή κηλίδα στην κόρη ματιού αλόγου
6. υψικάμινος
7. ναυ, ιστιοφόρο εννιά μέτρων για αθλήματα
8. σνθ, dragón flamígero, πύρινος δράκος
dragón marino, ψάρι δράκαινα
dragona 1. θ, επωμίδα
dragoncillo 1. α, βοτ, εστραγκόν
dragontino, na 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με δράκο
semidragón 1. α, μυθ, ημι-δράκοντας= τέρας μισός άνθρωπος-μισός δράκοντας
estragón 1. α, βοτ, εστραγκόν
trago πρχ τρώγω= γουλιά
1. α, γουλιά
2. οικ, ποτηράκι
3. οικ, μτφ, πικρό ποτήρι, γουλιά πικρή
4. οικ, μτφ, δύσκολη στιγμή, ατυχία, ¡qué mal trago!, τι άσχημη στιγμή!
5. ανα τράγος του ωτός
6. μτφ, τάση για ποτό, se ha dado al trago, έχει δωθεί στο ποτό
7. σνθ, trago amargo, πικρό ποτήρι
8. εκφ, a tragos, γουλιά-γουλιά, beber a tragos, πίνω γουλιά-γουλιά
de un trago, μονο-γουλι, μονορούφι, se tomó el café de un trago,
ήπιε τον καφέ μονορούφι
echar, tomar un trago, πίνω ένα ποτό, después del café toma un trago,
μετά τον καφέ πίνει ενα ποτό
pasar un mal trago, pasar un trago amargo, οικ, μτφ, περνάω μια άσχημη, δύσκολη στιγμή pasamos un mal trago, en la aduana, περάσαμε μια δύσκολη στιγμή, στο τελωνείο
ser aficionado al trago, οικ, έχω αδυναμία στο ποτό
tragar πρχ τρώγω
1. ρμ, ραντ, τρώγω, καταπίνω τροφή, traga la pastilla con agua, κατάπιε το χάπι με νερό,
me he tragado el caramelo entero, έχω καταπιεί όλη την καραμέλα
2. ρμ, ρα, ραντ, κατατρώγω, τρώγω λαίμαργα, πολύ, περιδρομιάζω, κατεβάζω φαγητό,
¡cómo traga!, no ha parado de comer en toda la tarde,
πώς τρώγει! τι κατεβάζει! δεν έχει σταματήσει να τρώγει όλο το απόγευμα,
ya se ha tragado tres trozos de pastel, ήδη έχει κατεβάσει 3 κομμάτια κέικ
3. ρμ, ρα, μτφ, απορροφώ, ρουφάω, el desagüe traga el agua,
ο νεροχύτης δεν ρουφά το νερό,
la alcantarilla no traga, ο υπόνομος δεν απορροφά
4. ρμ, ραντ, μτφ, τρώγω= καλύπτουν, καταπίνουν τα νερά ή χώμα κάτι,
las aguas se tragaron la barca, τα νερά κατάπιαν την βάρκα
5. ρα, ραντ, οικ, μτφ, ανέχομαι κάποιον, καταπίνω κάτι,
no me hizo ninguna gracia su comentario, pero me lo tuve que tragar,
δεν μου άρεσε καθόλου το σχόλιο του, αλλα έπρεπε να το καταπιώ
6. ρα, ραντ, οικ, μτφ, τρώγω, χάφτω, no ha tragado la historia, δεν την έχαψε την ιστορία
se tragó el cuento hasta el final, έχαψε το παραμύθι μέχρι το τέλος
7. μτφ, ρα, ραντ, τρώγω, las obras se tragaron la mitad del presupuesto ,
τα έργα έφαγαν το μισό του προϋπολογισμού
8. μτφ, ραντ, τρώγω κάτι= τρακάρω, iba leyendo el periódico y me tragué un árbol,
πήγαινα διαβάζοντας την εφημερίδα και τράκαρα ενα δέντρο
9. μτφ,ραντ, τρώγω κάτι, πηδάω, tragarse un semáforo, πηδάω ενα φανάρι
10. εκφ, tenerse tragado algo, έχω φαγωμένο κάτι= διαισθάνομαι, προαισθάνομαι κάτι
no tragar o no poder tragar una cosa o a una persona,
δεν τρώγεται, αντέχεται, υποφέρεται κάποιος, κάτι,
no le trago, es el tío más fanfarrón que he conocido,
δεν τον μπορώ, είναι ο πιο φανφάρας τύπος που έχω γνωρίσει
intragable 1. ε, για τροφή, που δεν τρώγεται, άτρωγος, -η, -ο
2. οικ, μτφ, που δεν τρώγεται, ανυπόφορος, -η, -o, βαρετός, -ή, -ó,
Escribe obras literariamente intragables, Γράφει έργα κυριολεκτικά ανυπόφορα
tragaderas 1. θ πλ, οικ, πρχ τρωγο-τήρι= λαρύγγι,
se me ha clavado una espina de pescado en las tragaderas,
μου καρφώθηκε ένα κόκκαλο, αγκάθι ψαριού στο λαρύγγι
2. μτφ, ευκολοπιστία, χάψιμο, ¡menudas tragaderas si te crees lo que ha dicho!,
πωπω ευκολοπιστία αν πιστεύεις αυτό που έχει πει!
3. μτφ, ανοχή ηθική, hacen falta muchas tragaderas para tolerar esta situación,
χρειάζονται πολλές ανοχές για να ανεχτείς αυτή την κατάσταση
4. μτφ, τρωγότητα= πολυφαγία, con sus tragaderas no me extraña que esté gordo,
με την πολυφαγία του δεν με παραξενεύει να είναι χοντρός
5. εκφ, tener buenas tragaderas, είμαι ευκολό-πιστος= τα τρώγω, χάφτω όλα
ή έχω ανοχή σε ηθικά θέματα
ή είμαι γερό πηρούνι, μασέλα, τρώω πολύ, llénale el plato, que tiene tragaderas,
γέμισε του το πιάτο, διότι έχει γερή μασέλα
tragadero πρχ τρωγο-τήριο
1. α, τρύπα που απορροφά νερό ή άλλο πράγμα, el tragadero del desagüe,
η τρύπα του νεροχύτη
2. μτφ, οχετός, αγωγός, υπόνομος
3. μτφ, οικ, λαρύγγι
trágala 1. α, ιστ, τρωγου-την= φά-την για απολυταρχία, τραγούδι των Ισπανών φιλελευθέρων που σατυρίζει τον απολυταρχισμό του 1820
tragaldabas 1. α θ, οικ, πρχ τρωγει-άμπακα= φαγάς, -ού
tragante 1. α, τχν, φάρυγγας υψικαμίνου
tragantón, na 1. ε, τρώγων πολύ= κατατρώγων, φαταούλικος, -ια, -ο, φαταούλας
tragantona 1. θ, οικ, τρωγο-τόνο φαί= φαγοπότι, me duele el estómago de la tragantona,
με πονάει το στομάχι απο το φαγοπότι
2. μτφ, μεγάλη προσπάθεια να πιστέψω κάτι
tragazón 1. θ, οικ, λαιμαργία
tragón, ona 1. ε, α θ, πρχ δ-ράκων= λαίμαργος, -η, -ó, αχόρταγος, -η, -ο, φαγάς, -ού
está gorda porque es muy tragona, είναι χοντρή γιατι είναι πολύ λαίμαργη
tragonería 1. θ, οικ, λαιμαργία
tragontina 1. θ, βοτ, άρον το στικτόν
atragantarse 1. ραντ, μου κάθεται τροφή καθώς τρώγω, πνίγομαι,
se atraganta porque come deprisa, πνίγεται επειδή τρώει γρήγορα
2. μτφ, τρώγω> χάνω τα λόγια μου, μπλοκάρω, cuando hablο en público me atraganto,
όταν μιλάω σε κοινό, χάνω τα λόγια μου
3. μτφ, κάτι, κάποιος μου κάθεται στο λαιμό, δεν τρώγεται, δεν χωνεύεται,
se le ha atragantado la derrota, η ήττα τού κάθισε στο λαιμό
Esa chica se me atragantó desde que la conocí, no la aguanto,
Αυτή η κοπέλα μου κάθισε στο λαιμό απο τότε που την γνώρισα, δεν την αντέχω
atragantamiento 1. α, πνίξιμο από τροφή, στραβο-κατάπιομα
2. μτφ, χάσιμο στα λόγια
tragabolas 1. α, τρώει-μπάλες= χαρούμενοι ιπποποταμούληδες,
παιχνίδι που πρέπει να βάλεις μπάλες στο στόμα
tragafuegos 1. α θ, τρωει-φωτιές= ζογκλέρ που φτύνει φωτιές
tragahombres 1. α, οικ, τρώει-άντρες= καυχησιάρης
tragaleguas 1. α θ, οικ, τρώει-λευγες= καλός πεζο-πόρος, καλή πεζο-πόρος
tragaluz τρώει-λύχνο= φώς
1. α, φεγγίτης
2. φωταγωγός
3. ατκ, φεγγίτης
tragamillas 1. α θ, τρώει-μίλια= καλός πεζοπόρος, καλή πεζοπόρος
tragamonedas 1. θ, τρώει-μονάδες= κουλοχέρης, φρουτάκια
tragaperras 1. θ, τρώει-απίδια> αχλάδια= κουλοχέρης, φρουτάκια
tragasables 1. α θ, τρώει-σπάθες= άτομο που καταπίνει σπαθιά
tragasantos 1. α θ, οικ, υτμ, τρώει-αγίους= θεούσα
tragopán 1. α, ορν, τραγόπαν, είδος φασιανού